Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Ἡ ἁγία Εὐφημία!



Ὁ Γέροντας, διηγήθηκε τό ἑξῆς: «Εἶχα γυρίσει ἀπό τόν κόσμο, ὅπου εἶχα βγῆ
γιά ἕνα ἐκκλησιαστικό θέμα. Τήν Τρίτη15, κατά ἡ ὥρα 10 τό πρωΐ, ἤμουν μέσα
στό Κελλί μου καί ἔκανα τίς Ὧρες. Ἀκούω χτύπημα στήν πόρτα καί μιά γυναι-
κεία φωνή νά λέη: «Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν...». Σκέφθηκα: «Πῶς
βρέθηκε γυναίκα μέσα στό Ὄρος;». Ἐν τούτοις ἔνιωσα μιά θεία γλυκύτητα μέσα
μου καί ρώτησα:
– Ποιός εἶναι;

– Ἡ Εὐφημία, ἀπαντᾶ.
»Σκεφτόμουν, «ποιά Εὐφημία; Μήπως καμμιά γυναίκα ἔκανε καμμιά τρέλλα
καί ἦρθε μέ ἀνδρικά στό Ὄρος; Τώρα τί νά κάνω;». Ξαναχτυπᾶ. Ρωτάω: «Ποιός
εἶναι;». «Ἡ Εὐφημία», ἀπαντᾶ καί πάλι. Σκέφτομαι καί δέν ἀνοίγω. Στήν τρίτη
φορά πού χτύπησε, ἄνοιξε μόνη της ἡ πόρτα, πού εἶχε σύρτη ἀπό μέσα. Ἄκουσα
βήματα στόν διάδρομο. Πετάχτηκα ἀπό τό Κελλί μου καί βλέπω μιά γυναίκα
μέ μανδήλα. Τήν συνώδευε κάποιος, πού ἔμοιαζε μέ τόν Εὐαγγελιστή Λουκᾶ,
ὁ ὁποῖος ἐξαφανίσθηκε. Παρ᾿ ὅλο πού ἤμουν σίγουρος ὅτι δέν εἶναι τοῦ πειρα-
σμοῦ, γιατί λαμποκοποῦσε, τήν ρώτησα ποιά εἶναι˙
– Ἡ μάρτυς Εὐφημία, ἀπαντᾶ.
– Ἄν εἶσαι ἡ μάρτυς Εὐφημία, ἔλα νά προσκυνήσουμε τήν Ἁγία Τριάδα. Ὅ,τι
κάνω ἐγώ νά κάνης καί σύ.
Μπῆκα στήν Ἐκκλησία, κάνω μιά μετάνοια λέγοντας: «Εἰς τό ὄνομα τοῦ
Πατρός». Τό ἐπανέλαβε μέ μετάνοια. «Καί τοῦ Υἱοῦ». «Καί τοῦ Υἱοῦ», εἶπε μέ
ψιλή φωνή.
– Πιό δυνατά, ν᾿ ἀκούω, εἶπα καί ἐπανέλαβε δυνατώτερα.
»Ὕστερα κάθησε ἡ Ἁγία στό σκαμνάκι καί ἐγώ στό μπαουλάκι καί μοῦ ἔλυ-
σε τήν ἀπορία πού εἶχα (στό ἐκκλησιαστικό θέμα).
»Μετά μοῦ διηγήθηκε τήν ζωή της. Ἤξερα ὅτι ὑπάρχει μιά ἁγία Εὐφημία,
ἀλλά τόν βίο της δέν τόν ἤξερα. Ὅταν μοῦ διηγεῖτο τά μαρτύριά της, ὄχι ἁπλῶς
τά ἄκουγα, ἀλλά σάν νά τά ἔβλεπα˙ τά ζοῦσα. Ἔφριξα! Πά, πά, πά!
– Πῶς ἄντεξες τέτοια μαρτύρια; ρώτησα.
– Ἄν ἤξερα τί δόξα ἔχουν οἱ Ἅγιοι, θά ἔκανα ὅ,τι μποροῦσα νά περάσω πιό
μεγάλα μαρτύρια.
»Μετά ἀπ᾿ αὐτό τό γεγονός γιά τρεῖς μέρες δέν μποροῦσα νά κάνω τίποτα.
Σκιρτοῦσα καί συνεχῶς δόξαζα τόν Θεό. Οὔτε νά φάω, οὔτε τίποτα... συνεχῶς
δοξολογία».

Ἐμφάνιση τοῦ ὁσίου Ἀρσενίου.



Στίς 21 Φεβρουαρίου 1971 ὁ Γέροντας καθόταν στήν αὐλή τῆς Καλύβης του
καί διάβαζε ἀπό τό χειρόγραφο τόν βίο τοῦ ὁσίου Ἀρσενίου, πού εἶχε πρωτογρά-
ψει, γιά νά ἐπισημάνη τυχόν λάθη.
«Ἤθελε δύο ὧρες ὁ ἥλιος νά βασιλέψη», γράφει, «κι ἐνῶ διάβαζα, μέ ἐπισκέ-
φθηκε ὁ πατήρ Ἀρσένιος˙ καί ὅπως ὁ καθηγητής χαϊδεύει τό μαθητή, πού ἔγρα-
ψε καλά τό μάθημα, τό ἴδιο μοῦ ἔκανε καί αὐτός. Παράλληλα μέ ἄφησε μέ μιά
ἀνέκφραστη γλυκύτητα καί ἀγαλλίαση οὐράνια στήν καρδιά μου, πού ἦταν
ἀδύνατο νά τήν ἀντέξω. Ἔτρεχα ἔξω μετά στήν περιοχή τοῦ Καλυβιοῦ μου σάν
τρελλός καί τόν φώναζα, γιατί νόμιζα ὅτι θά τόν εὕρισκα».

«Φῶς ταῖς τρίβοις μου»



Διηγήθηκε ὁ Γέροντας: «Βρισκόμουν σέ κάποιο Μοναστήρι (Σταυρο-
νικήτα). Ἦταν ἑσπέρα. Φεύγοντας, βρίσκω ἔξω ἀπό τήν πόρτα τοῦ Μο-
ναστηριοῦ ἕναν λαϊκό, πού ἤθελε νά μοῦ μιλήση. Προχωρώντας ἄρχισε
 νά μοῦ λέη τά προβλήματά του. Ἡ ὥρα περνοῦσε καί ἤμουν ἄρρωστος.
Ἦταν τέτοια ἡ ἀρρώστια, πού οὔτε μποροῦσα νά
καθήσω νά ξεκουραστῶ, οὔτε νά στέκωμαι ὄρθιος. Ἐνῶ λοιπόν μοῦ μιλοῦσε,
πέρασε ἡ ὥρα καί νύχτωσε. Σκέφθηκα σέ μιά στιγμή τήν ἀρρώστια μου καί θέ-
λησα νά διακόψω τήν συζήτηση, ἀλλά εἶπα: «Ὁ ἄνθρωπος ἔχει τόσα προβλή-
ματα, ἐγώ τόν ἑαυτό μου θά κοιτάζω;». Καί ἔτσι συνέχισε νά μοῦ μιλᾶ, μέχρι
πού νύχτωσε τελείως. Ὁ λαϊκός εἶχε νά κοιμηθῆ κάπου, σέ γνωστό του Κελλί.
Ἡ πόρτα τοῦ Μοναστηριοῦ εἶχε κλείσει.
»Ἀφοῦ τελειώσαμε, πῆρα τόν δρόμο γιά νά πάω στό Καλύβι. Μπῆκα στό μο-
νοπάτι καί θά περνοῦσα ἀπό ἕνα σημεῖο πού εἶναι στενό καί ἀπότομο. Ὅταν
ἔφθασα στό σημεῖο αὐτό, ἐπειδή δέν ἔβλεπα, δέν εἶχα καί φακό μαζί μου, πέφτω
μέσα στά κλαδιά καί στά βάτα καί πιάστηκα ἀπό τά κλαδιά. Δέν ἔβλεπα καθό-
λου καί μοῦ ἦρθε τό σακκίδιο στό κεφάλι μου. Στήν θέση πού βρισκόμουν σκέ-
φθηκα: «Τί νά κάνω; Ἄς κάνω τό Ἀπόδειπνο». Ἀρχίζω «Ἅγιος ὁ Θεός...» κ.λπ. Σέ
μιά στιγμή ἀνάβει ἕνα φῶς δυνατό˙ τό κεφάλι μου ἔγινε σάν λάμπα! Γύρω μου
ἔγινε μέρα! Ὁπότε εἶδα ποῦ βρισκόμουν καί σκαρφάλωσα καί βγῆκα. Τό φῶς
συνέχιζε νά φωτίζη γύρω μου. Ἡ καρδιά μου ἦταν γεμάτη ἀπό οὐράνια ἀγαλ-
λίαση. Ἔφθασα στό Καλύβι, πῆρα τό κλειδί ἀπό τήν θέση πού τό εἶχα, ἄνοιξα,
μπῆκα στήν Ἐκκλησία, ἄναψα τά καντήλια καί τότε τό φῶς ὑποχώρησε».

Ἵδρυση Ἡσυχαστηρίου.



Στό Νοσοκομεῖο συνδέθηκε πνευματικά μέ κάποιες εὐλαβεῖς καί φιλομόνα-
χες νέες. Τόν ἐπισκέπτονταν καί τοῦ ἔδωσαν αἷμα πού χρειάσθηκε κατά τήν
ἐγχείρηση. Ὁ Γέροντας ἀπό ὑποχρέωση τίς βοήθησε ἀργότερα πνευματικά μέ
κάθε τρόπο. Γι᾿ αὐτό τίς βοήθησε νά βροῦν τόπο νά μονάσουν, καί ἔτσι ἱδρύθη-
κε τό γνωστό Ἡσυχαστήριο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στήν Σουρωτή.
Στήν συνέχεια, ὥς τήν κοίμησή του, τίς κατεύθυνε πνευματικά, καί ἐκεῖ ἄφησε
καί τό πολυπαθές λείψανό του. Ἔλαβε αἷμα ἀπό τίς ἀδελφές καί αὐτός τίς ἔδω-
σε πνεῦμα, δηλαδή πνευματική βοήθεια.

Ἐγχείρηση στούς πνεύμονες.



Ἀπό νέος μοναχός ὁ Γέροντας εἶχε ἐνοχλήσεις στούς πνεύμονες. Ἤδη ἀπό
τήν Ἐσφιγμένου εἶχε αἱμοπτύσεις καί ἐσωτερική αἱμορραγία, καί νοσηλεύθηκε
στό Νοσοκομεῖο τῆς Μονῆς. Στήν συνέχεια σέ ὅλη του τήν ζωή θά ταλαιπωρεῖ-
ται ἀπό αὐτή τήν πάθηση.
Ἀπό τήν Φιλοθέου ἀναγκάσθηκε νά βγῆ στόν κόσμο γιά θεραπεία. Αὐτή ἡ εὐ-
πάθεια τῶν πνευμόνων του, πού ἐπετείνετο ἀπό τήν ἔλλειψη ὀξυγόνου, ἦταν ἡ
αἰτία πού τόν εἶχε ἀναγκάσει νά ἐγκαταλείψη τό Σινᾶ.
Ἡ ἀσθένειά του ὅμως διαρκῶς χειροτέρευε. Ἔπρεπε νά χειρουργηθῆ ὁπωσ-
δήποτε. Ἡ ἐπέμβαση ἔγινε στό Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ἑλλά-
δος. Τοῦ ἀφαίρεσαν σχεδόν ὁλόκληρο τόν ἀριστερό πνεύμονα καί ἐπίσης τοῦ
ἀφαίρεσαν δύο πλευρά. Ὁ Γέροντας περιγράφει ὡς ἑξῆς τήν ἐγχείρηση: «Ἦτο
μία πολύ σοβαρή ἐγχείρηση. Μοῦ ἀφαιρέσανε τόν ἕνα λοβό ἀριστερά, καθώς
λιγάκι ἀπό τόν ἄλλον. Ἦτο ὁ λοβός γεμᾶτος ἀπό σακκουλίτσες (βρογχεκτα-

σίες). Διήρκησε ἡ ἐγχείρηση περί τίς 10 ὧρες. Δέν σταματοῦσε τό αἷμα στήν
ἐγχείρησιν καί αὐτό δυσκόλευε. Ἐχρειάσθη 4 κιλά αἷμα… Τά λάστιχα (παρο-
χετεύσεις) μοῦ τά βγάλανε στίς 9 μέρες καί ἔπαθα μεγάλη δυσφορία καί ἔτσι
μέ πήγανε ξανά στό χειρουργεῖο ἐπί δύο ὧρες καί μοῦ τά ξανατοποθετήσανε
καί τ᾿ ἀφήσανε πάνω ἀπό εἴκοσι ἡμέρες. Μοῦ ἄφησε καί μιά ἀναπηρία στά
μάτια. Τό μέν δεξί βλέπει πολύ ζωηρά, τό δέ ἄλλο πού ἔγινε ἡ ἐγχείρηση εἶ-
ναι κλειστότερο καί βλέπει ταπεινά. Δέν μέ ἀπασχολεῖ αὐτό, διότι ἄλλοι ἔχουν
γεννηθῆ τελείως τυφλοί.
»Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὑποφέρω πολύ, ἀλλά ἄξιζε κανείς νά πληρώνη χωρίς
νά ἔχη καί πάθηση καί νά περνάη ἕνα τέτοιο μικρό μαρτύριο, διότι πολύ ὠφε-
λήθηκα.
»Ἐδιάβαζα πρίν τό Πάθος τοῦ Κυρίου στήν Ἁγία Γραφή σάν ἁπλῆ ἱστορία,
καθώς καί τούς Συναξαριστάς τῶν Ἁγίων. Τώρα θά τούς νιώθω, διότι ἔνιωσα ὀλί-
γους πόνους. Ἔχω εἰκοσιπέντε ἡμέρες τώρα πού δέν ἔχω ἀναπαυθῆ».

Τροφή ἀπό Ἂγγελο.



Διηγήθηκε ὁ Γέροντας: «Ἦταν μιά Σαρακοστή τῆς Παναγίας μας (15 Αὐγού-

στου) καί εἶχα μέρες νά δοκιμάσω φαγητό. Ἐν τῷ μεταξύ μοῦ εἶπαν νά κατεβά-
σω ἕναν ἄρρωστο πατέρα (μοναχό) στήν παραλία. Τόν κατέβασα καί μετά ἔνι-
ωσα μιά τρομερή ἀδυναμία. Κοντά νά φθάσω στό Κελλί μου, παρουσιάστηκε
κάποιος μπροστά μου (ἦταν Ἄγγελος) καί μοῦ ἔδωσε ἕνα καλαθάκι μέ φροῦτα,
σταφύλια καί σῦκα, καί ἀμέσως ἐξαφανίστηκε».

«Ἦν ἐν τῇ ἐρήμῳ πειραζόμενος…»



Κάποια ἡμέρα ἔκανε ἐργόχειρο λέγοντας τήν εὐχή καθισμένος σέ ἕνα βρά-
χο, ἐνῶ ἀπό κάτω ὑπῆρχε βαθύς γκρεμός. Παρουσιάζεται ὁ διάβολος καί τοῦ
λέγει:
– Πήδα κάτω, Παΐσιε˙ σοῦ ὑπόσχομαι, δέν θά πάθεις τίποτε.
Ὁ Γέροντας συνέχισε ἀτάραχος τήν εὐχή καί τό ἐργόχειρό του. Δέν ἔδωσε ση-
μασία στόν διάβολο. Ὁ πειρασμός συνέχισε νά τόν παρακινῆ νά πηδήση στόν

γκρεμό ἐπαναλαμβάνοντας τήν ἴδια ὑπόσχεση. Αὐτό κράτησε μιάμιση ὥρα πε-
ρίπου.
Στό τέλος παίρνει μιά πέτρα καί τήν ρίχνει στόν γκρεμό λέγοντας στόν δι-
άβολο:
– Ἄντε νά σοῦ ἀναπαύσω τόν λογισμό σου.
Ὁ διάβολος, ἀφοῦ ἀπέτυχε νά τόν ρίξη στόν γκρεμό, τοῦ λέγει δῆθεν μέ θαυ-
μασμό:
– Τέτοια ἀπάντηση οὔτε ὁ Χριστός δέν μοῦ ἔδωσε. Ἐσύ καλύτερα ἀπάντησες.
– Ὁ Χριστός εἶναι Θεός. Δέν εἶναι σάν καί μένα τόν καραγκιόζη. «Ὕπαγε
ὀπίσω μου σατανᾶ».
Καί ἔτσι, μέ τήν ἐνοικοῦσα θεία χάρι, ἀπέφυγε τόν πρῶτο πειρασμό νά πη-
δήση στόν γκρεμό, νά τσακισθῆ στά βράχια˙ ἀκόμη ἀπέφυγε καί τόν βαθύτερο
γκρεμό τῆς ὑπερηφανείας, νά δεχθῆ τόν ἔπαινο τοῦ διαβόλου, θεωρώντας τόν
ἑαυτό του ἀνώτερο ἀπό τόν Χριστό.