Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Ό σκοπός των μονών είναι πνευματικός


Ό μοναχός ενδιαφέρεται για τήν σωτηρία τήν δική του καί για τήν
σωτηρία όλων των ζώντων και όλων των κεκοιμημένων. Για τον μοναχό ή
πραγματική, ή θεϊκή αγάπη βρίσκεται μέσα στον πόνο για τήν σωτηρία της
ψυχής του καί στον πόνο για τήν σωτηρία όλου του κόσμου. Ή αφιερωμένη
ψυχή του μονάχου συντελεί να σωθούν όχι μόνον οι οικείοι του, άλλα ακόμη
καί οι συγχωριανοί του. Γι' αυτό υπήρχε μία καλή παράδοση στην Μικρά Ασία,
νά ύπάρχη έστω καί ένας μοναχός από κάθε συγγένεια, για νά πρεσβεύη γιά
όλους. Στά Φάρασα, όταν γινόταν κανείς μοναχός, πανηγύριζε όλο το χωριό.
«Θά βοηθήση, έλεγαν, καί το χωριό ακόμη».
Ό μοναχός βέβαια δεν λέει ποτέ «νά σώσω τον κόσμο», άλλα προσεύχεται
γιά τήν σωτηρία όλου τοϋ κόσμου, παράλληλα μέ τήν δική του. Καί όταν ό
Καλός Θεός άκούση τήν προσευχή του καί βοηθήση τον κόσμο, πάλι ό μοναχός
δεν λέει «εγώ έσωσα τον κόσμο», άλλα «ό Θεός έσωσε τον κόσμο». Ό μοναχός
πρέπει νά φθάση σε τέτοια κατάσταση πού νά πή: «Θεέ μου, μή μέ κοιτάς, μή μέ
έλεής εμένα, άλλα τον κόσμο». Όχι γιατί δεν έχει ανάγκη ό ϊδιος τοϋ ελέους τοϋ
Θεοϋ, άλλα γιατί έχει πολλή αγάπη γιά τον κόσμο.
- Γέροντα, μέχρι ποιο σημείο πρέπει ένας μοναχός νά άφήνη τον εαυτό
του, γιά νά βοηθήση τον κόσμο;
- Μέχρι εκεί πού βλέπει ότι βοηθιούνται οι άνθρωποι. Αν αφήσω τον εαυτό
μου τελείως στά χέρια των κοσμικών, θά γίνω καί έγώ κοσμικός. Όταν ένας
μοναχός, δήθεν γιά νά βοηθήση τους κοσμικούς, κάνη πράγματα πού δέν
ταιριάζουν στον Μοναχισμό, τότε δεν βοηθιούνται οι κοσμικοί. Ένας καλόγερος
μπορεί π.χ. νά κάνη άριστα τον ταξιτζή. Δέν θά παίρνη χρήματα, θά λέη και
πνευματικά στον κόσμο, άλλα αυτό δεν είναι μοναχικό. Βρίσκεις μερικές φορές
μοναχούς νά έχουν κοσμικό πνεύμα και κοσμικούς νά έχουν μοναχικό πνεύμα.
Γι' αυτό ό Χριστός στην άλλη ζωή θά πή: «Βγάλε το σχήμα εσύ και πάρ' το
εσύ...». Ό κοσμικός, όταν έπιθυμήση τήν ζωή τού μοναχού, αγιάζεται· ενώ ό μο-
ναχός, όταν έπιθυμήση τήν κοσμική ζωή, κολάζεται.
- Καταλαβαίνει κανείς αν δεν εχη σωστή τοποθέτηση;
- Και νά μήν καταλαβαίνη, αν είναι κάτι λανθασμένο, δέν θά εχη τήν πλήρη
ειρήνη, τήν ανάπαυση μέσα του. Σέ ό,τι δέν ταιριάζει στον Μοναχισμό, δέν θά
βρή ανάπαυση και ή ψυχή του. Και από τήν στιγμή πού δέν νιώθει ανάπαυση
ή ψυχή του, πρέπει νά ψάξη νά βρή τί φταίει.
Πήγε ένας γνωστός μου σέ ένα μοναστήρι και μετά μοϋ είπε: «Έκεϊ
βιοτεχνία είναι· ή δέ ηγουμένη καλή είναι, γιά νά πάη στο Μοναστηράκι205, στην
Αθήνα, καί νά πουλάη κουμπιά· γι' αυτήν τήν δουλειά είναι ο,τι πρέπει!».
Δηλαδή τό μοναστήρι είναι βιοτεχνία· μετά γίνεται μονάδα, μετά σούπερ-
μάρκετ καί μετά Μάκρο! Οι καημένοι οι κοσμικοί θέλουν από εμάς τους
μοναχούς κάτι τό ανώτερο καί, γιά νά πετύχουμε τό ανώτερο, πρέπει νά
αποφύγουμε κάθε ανθρώπινη παρηγοριά.
Ό σκοπός τών μονών είναι πνευματικός καί δέν πρέπει νά ύπάρχη τό
κοσμικό στοιχείο αλλά τό ουράνιο, γιά νά πλημμυρίζουν οι ψυχές άπό
παραδεισένιες γλυκύτητες. Στά κοσμικά δέν μπορούμε νά συναγωνισθούμε τους
κοσμικούς, διότι, όσο νάναι, οι κοσμικοί έχουν περισσότερα μέσα. Ένα
μοναστήρι, όταν ζή πνευματικά, ξέρετε πώς προβληματίζει τον κόσμο; Όταν
ύπάρχη ευλάβεια, φόβος Θεού, καί δέν ύπάρχη ούτε κοσμική λογική ούτε
εμπορικό πνεύμα, αυτό είναι πού συγκινεί τους λαϊκούς. Άλλα δυστυχώς τό
εμπορικό πνεύμα μπαίνει σιγά σιγά στο μεδούλι τοϋ Μοναχισμού. Είχε έρθει
ένας καλόγερος στό Καλύβι και έπλεκα κομποσχοίνι. «Έσύ, μοϋ λέει, τά
κομποσχοίνια τά δίνεις ευλογία. Έγώ αυτό το τριαντατριάρι κομποσχοίνι
μπορώ νά το πουλήσω και πεντακόσιες δραχμές. Και δεν το φτιάχνω όπως έσύ.
Έγώ μόλις τελειώσω τους κόμπους, το κόβω και το ράβω λίγο, γιά νά μη χάσω το
νήμα. Χρησιμοποιώ και την κλωστή πού κόβω άπό τον σταυρό, τήν ενώνω, δέν
βάζω και χάνδρες και κερδίζω πιο πολλά». «Βρέ, δέν ντρέπεσαι, τού λέω. Δέν
καταλαβαίνεις ότι έχεις εμπορικό πνεύμα; Άπό το 1950 είμαι καλόγερος και
πρώτη φορά είδα τέτοια αντιμετώπιση!».
- Γέροντα, λίγοι άνθρωποι υπάρχουν πού είναι ώριμοι πνευματικά, γιά νά
μπορούν νά βοηθήσουν τον κόσμο!
- Ναί, δυστυχώς λίγοι υπάρχουν! Τί νά κάνη και ό κόσμος μετά; Ξέρεις πόσο
παρακαλώ νά παρουσίαση ό Θεός ανθρώπους σωστούς, πού νά μπορούν νά
βοηθούν τον κόσμο; Οί καημένοι οί άνθρωποι άρκεϊ λίγο νά τους πονάς και νά
μήν τους εκμεταλλεύεσαι· τίποτε άλλο δέν θέλουν. Στον κόσμο βρίσκονται σέ
συνεχή πόλεμο καί νιώθουν ανασφάλεια. Όταν πηγαίνουν σέ ένα μοναστήρι
πού ζή σωστά, βοηθιούνται, γιατί νιώθουν ασφάλεια καί αυτό τους δίνει
κουράγιο, γιά νά συνεχίσουν τον αγώνα τους.
Αυτά τά δύσκολα χρόνια οί άνθρωποι δέν έχουν τόσο ανάγκη άπό υλική
τροφή, όσο άπό πνευματική. Δέν έχει ανάγκη δηλαδή ό κόσμος άπό ψωμί - αν
καί αυτό δυστυχώς σέ λίγο δέν θά ύπάρχη δυνατότητα νά το προσφέρουν -
άλλα άπό πνευματική βοήθεια. Νά κοιτάξουμε νά βοηθήσουμε μέ τήν προσευχή
όλο τον κόσμο. Νά βοηθήσουμε μιά οικογένεια λ.χ. νά μή διαλυθή, μιά μάνα νά
μεγαλώση σωστά τά καημένα τά παιδιά της. Νά συγκρατήσουμε λίγο αυτούς
πού έχουν ευλάβεια.

Κατάσταση πνευματική, οχυρό πνευματικό


Σήμερα είναι καιρός νά ετοιμασθούν οι ψυχές, γιατί, άν συμβή κάτι, δέν
ξέρω τί θά γίνη. Εϊθε νά μην έπιτρέψη ό Θεός νά έρθουν δύσκολες μέρες, αλλά άν
έρθουν, μέ έναν μικρό σεισμό, μέ ένα τράνταγμα, θά σωριάσουν ολόκληρες
αδελφότητες, ολόκληρα μοναστήρια, γιατί ό καθένας θά πάη νά σώση τόν
εαυτό του και θά τραβήξη τήν πορεία του.
Χρειάζεται πολλή προσοχή, γιά νά μη μας εγκατάλειψη ό Θεός. Οί ψυχές
νά έχουν κάτι πνευματικό. Αυτό σας τιμάει. Θά γίνη μεγάλο τράνταγμα. Τόσα
σας λέω, τόσο σκληρά έχω μιλήσει! Έμενα κάτι νά μοΰ έλεγαν, θά
προβληματιζόμουν, θά σκεφτόμουν γιατί μού το είπαν, τί ήθελαν. Γιά νά μήν πω
βράδυα, ένα βράδυ δέν θά κοιμόμουν. Άν δέν έβλεπα τά δύσκολα χρόνια πού
έρχονται, δέν θά ανησυχούσα τόσο. Άλλα αυτό πού βλέπω είναι ότι αργότερα
θά δυσκολευθήτε πολύ. Δέν μέ καταλαβαίνετε. Τότε θά μέ καταλάβετε.
- Άν βρεθή, Γέροντα, μόνος του κανείς σέ δύσκολα χρόνια, τί θά κάνη;
- Αρχισε τώρα νά κάνης πρώτα υπακοή, νά απόκτησης διάκριση, και τότε θά
δούμε. Γι’ αυτό είπαμε νά κόψουμε τά κουσούρια πρώτα. Άν έχη κανείς
κουσούρια, δέν θά τά βγάλη πέρα. Άν τώρα γκρινιάζη γιά όλα και νομίζη ότι
αυτός είναι λεβεντόπαιδο και όλοι οί άλλοι εϊναι χάλια, τότε... Κοιτάξτε νά
διορθωθήτε, γιά νά δικαιούσθε τήν θεία βοήθεια. Νά στηριχθήτε ακόμη πε-
ρισσότερο στον Θεό. Θά έχουμε πιό δύσκολα χρόνια. Ακόμη είναι άγουρα τά...
φρούτα· δέν ωρίμασαν. Όταν έσεϊς θά είστε ώριμες πνευματικά, ξέρετε τί θά
είστε; Όχυρό. Όχι μόνο γιά έδώ, αλλά θά μπορήτε νά βοηθάτε και πιό πέρα.
Γιατί, διαφορετικά, θά έχετε και έσεΐς άνάγκη από ανθρώπινη βοήθεια και
προστασία. Και ξέρετε τί κακό είναι ένα μοναστήρι, με ένα σωρό αδελφές, νά
έχη ανάγκη από λαϊκούς;
Σήμερα ό μοναχός πρέπει νά ζήση πνευματικά, γιά νά είναι έτοιμος νά
ξεπεράση μιά δυσκολία. Νά έτοιμασθή, γιά νά μην τον στενοχωρήση ή στέρηση,
γιατί μετά μπορεί νά φθάση στην άρνηση. Θά έρθη εποχή πού θά ξεραθούν τά
ποτάμια, όλοι θά διψάσουν, όλοι θά υποφέρουν. Γιά μας τους μοναχούς δεν είναι
τόσο φοβερό· εμείς και νά διψάσουμε, πρέπει νά διψάσουμε, γιατί έμεϊς ξε-
κινήσαμε γιά κακουχία. «Ο,τι δέν έκανα εκουσίως ως καλόγερος, θά πώ, το
κάνω τώρα ακουσίως, γιά νά καταλάβω τί θά πή καλόγερος. Σ’ ευχαριστώ, Θεέ
μου». Αλλά ό καημένος ό κόσμος! Όταν φθάνουν οι άνθρωποι στο σημείο νά
εφευρίσκουν βόμβες πού νά σκοτώνωνται οι άνθρωποι και νά μήν
καταστρέφωνται τά κτίρια, τί νά πώ; Όταν είπε ό Χριστός «μιά ψυχή αξίζει όσο
ό κόσμος όλος»
, και αυτοί έχουν τά κτίρια πιο πολύ από όλο τον κόσμο, αυτό
είναι φοβερό!
- Γέροντα, νιώθω αγωνία, φόβο, γιά ό,τι μας περιμένει.
- Αυτός ό φόβος μας βοηθάει νά γαντζωθούμε στον Χριστό. Όχι ότι πρέπει νά
χαίρεται κανείς γι' αυτήν την κατάσταση πού περιμένουμε, άλλα νά χαίρεται, γιατί
θά άγωνισθή γιά τον Χριστό. Δηλαδή δέν θά περάσουμε μιά κατοχή ενός Χίτλερ ή
ενός Μουσολίνι, άλλα θά δώσουμε εξετάσεις γιά τον Χριστό. Δέν είναι ότι θά
έχουμε εμείς πολυβόλα, ατομικές βόμβες ανώτερες, και θά νικήσουμε. Τώρα ό
αγώνας θά είναι πνευματικός. Θά παλέψουμε μέ τον ίδιο τον διάβολο. Ό διάβολος
όμως δέν έχει καμμιά εξουσία, αν δέν τοϋ δώσουμε εμείς εξουσία. Τί νά
φοβηθούμε; Αν ήταν Χίτλερ ή Μουσολίνι, ήταν άλλο. Νά μήν ύπάρχη φόβος. Νά
χαιρώμαστε πού ή μάχη είναι πνευματική.
Έάν ζήτε μοναχικά, πατερικά, και προσέχετε, θά δικαιούσθε την θεία
επέμβαση σε κάθε επίθεση τοϋ έχθροϋ. Άν υπάρχουν άνθρωποι προσευχής,
ταπεινοί, πού έχουν πόνο και αγάπη, είναι κεφάλαια πνευματικά, είναι «βάσεις»
πνευματικές. Δυό-τρεϊς ψυχές νά υπάρχουν σε ένα μοναστήρι πού νά
σκέφτωνται τον πόνο των άλλων και νά προσεύχωνται, είναι πνευματικό
οχυρό. Καθηλώνουν τά πάντα.

Προσευχή, όρθή ζωή, παράδειγμα


- Γέροντα, ποια είναι ή σωστή θέση πού πρέπει νά πάρη ό μοναχός στην
σημερινή δύσκολη κατάσταση;
- Κατ' αρχάς, προσευχή, ορθή ζωή, παράδειγμα, και όταν χρειασθή και όπου
χρειασθή, νά μιλήση.
- Δηλαδή, πρέπει ό μοναχός νά μιλήση, όταν δοθή αφορμή;
- Μά, φυσικά! Άν δέν μιλήση ό μοναχός, ποιος θά μιλήση; Ό μοναχός δέν έχει τί
νά φοβηθη. Οι άλλοι φοβούνται, μήπως τους πετάξουν από τις θέσεις τους. Έμέϊς
οι αφιερωμένοι στον Θεό, άν δέν τραβήξουμε μπροστά, ποιος θά τραβήξη;
Ό λογισμός μοϋ λέει πώς δέν θά άφήση ό Θεός· δέν θά άφήση! Θά
ξεκαθαρίση αυτή ή κατάσταση. Τώρα είναι σάν νά ύπάρχη ένα μεγάλο δίχτυ πού
έχει κλείσει μέσα τά ψάρια και είναι σάπιο. Πάει μιά άπό έδω-μιά από έκει καί
θά σπάση στο τέλος. Και δέν θά σπάση, γιατί τά ψάρια είναι μεγάλα, άλλα γιατί
έχει σαπίσει το δίχτυ.
- Γέροντα, τά ψάρια είναι οι Χριστιανοί;
- Ναί, οι Χριστιανοί, καί οι άλλοι είναι τά χέλια, τά φίδια. Αλλά καί έμεΐς θά
δώσουμε λόγο στον Θεό γι' αυτήν τήν κατάσταση. Έγώ τώρα τά λέω έξω άπό τά
δόντια· δέν κρατιέμαι άλλο!
- Δηλαδή, Γέροντα, τί πρέπει να κάνουμε;
- Πρώτα να κάνουμε δουλειά στον εαυτό μας. Γιατί ως μοναχός σκοπό έχω
νά διαλύσω το ανθρώπινο δικό μου πνεύμα, νά φτιάξω πρώτα τον εαυτό μου,
γιά νά γίνω άνθρωπος πνευματικός, γιατί αλλιώς δέν έχει νόημα ή ζωή μου ώς
μοναχού. Υστερα νά μιλήσουμε με τρόπο, όταν χρειάζεται, και ό Θεός θά
βοηθήση νά φέρουμε θετικά αποτελέσματα.
- Γέροντα, μερικοί όμως λένε καλύτερα σιωπή και προσευχή.
- Δέν μπορείς νά άδιαφορήσης, Όταν όλα καίγωνται γύρω σου. Πρέπει νά
σβήσης την φωτιά. Ό πόνος δέν σ' αφήνει νά σιωπήσης. Βέβαια, το κυριώτερο
είναι νά προσπαθή κανείς νά ζή πνευματικά, όσο μπορεί. Και αν χρειασθή νά
πάρη σε ένα σοβαρό ζήτημα κάποια θέση, θά πάρη την θέση πού θά έπιτρέψη ό
Θεός.
Νά ζήτε ταπεινά, απλά, πνευματικά, ώστε σε μιά δύσκολη στιγμή νά μήν
άναγκασθήτε νά κάνετε συμβιβασμούς. Υστερα νά κοιτάξετε νά ερχωνται γιά
μοναχές νέες πού νά έχουν προϋποθέσεις γιά τον Μοναχισμό, γιά νά μπορούν
νά γίνουν σωστές μοναχές. Όταν γίνη κανείς καλός μοναχός, ξέρει μετά μέχρι
πού χρειάζεται νά άσχοληθή με ένα θέμα· τί πρέπει νά κάνη και τί δέν πρέπει,
πώς νά ένεργήση. Αν δέν γίνη σωστός μοναχός, όλα στραβά πάνε. Τό
καταλάβατε; Αν γίνετε σωστές μοναχές, θά ένεργήτε με σύνεση. Αν δέν γίνετε σω-
στές μοναχές, αν μιά τήν στείλης κάπου, θά πρέπη νά της πής «νά πής αυτό
μέχρι έκεϊ, εκείνο μέχρι εκεί», γιατί αλλιώς μπορεί νά πή ανοησίες. 'Αλλά αυτό
είναι κατάσταση υπανάπτυκτη. Πού νά τά βγάλης πέρα μετά;
Γι' αυτό όσες έχουν προϋποθέσεις γιά τον Μοναχισμό, νά δουλευτούν, γιά
νά γίνουν σωστές μοναχές και νά ξέρουν μέχρι πού πρέπει νά πουν, τί πρέπει
νά πουν νά ξέρουν τί πρέπει νά κάνουν σέ μιά δύσκολη στιγμή. Και θά κινούνται
μέσα στην υπακοή, γιατί θά σύμφωνη τό δικό τους πνεύμα με το πνεύμα της
Γερόντισσας. Σέ μιά ανάγκη, ένα νεϋμα νά τις κάνη ή Γερόντισσα, θά
καταλαβαίνουν, γιατί θά έργάζωνται στην ίδια συχνότητα. Αλλιώς δεν γίνεται
χωριό. Αν δεν μάθετε νά κινήσθε έτσι, μπορεί νά μπή και κάποιος άλλος στην
ίδια συχνότητα, νά λέη άλλα πράγματα, νά μήν τό καταλάβετε και νά κάνη
μεγάλο κακό.

Νά αφήσουμε κληρονομιά


- Γέροντα, πολλοί στηρίζουν τις ελπίδες τους στά μοναστήρια. Νιώθω
βαρειά αυτήν τήν ευθύνη.
- Ναί, το μόνο πού μένει τώρα - όπως λένε πολλοί -είναι νά βγουν μερικοί
Άγιοι σάν τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, νά σκορπίσουν σε διάφορα μέρη καί νά
κηρύξουν, νά διαφωτίσουν τον κόσμο. Τά μοναστήρια είναι τά πνευματικά
κέντρα. Ά ν δέν ήταν τά μοναστήρια να βοηθήσουν τότε με τήν Επανάσταση
του '21, πώς μπορούσε νά γίνη ή Επανάσταση; Και στην Κατοχή πάλι τά
μοναστήρια κράτησαν. Γι' αυτό καί οι συμμορίτες τά κατέστρεψαν. Τά
περισσότερα μοναστήρια δέν τά έκαψαν οι Γερμανοί· οι συμμορίτες τά
κατέστρεψαν. Έλεγαν οι Γερμανοί: «Αν βρούμε πυρομαχικά σε μοναστήρι, θά τό
κάψουμε». Οι συμμορίτες, γιά νά φάνουν αυτοί καλοί καί νά δώσουν τήν
εντύπωση ότι οι Γερμανοί τά έκαψαν, πήγαιναν καί άφηναν στά μοναστήρια
μερικές παλιές δεσμίδες, κανένα σπασμένο ντουφέκι. Ειδοποιούσαν εν τώ μεταξύ
κάτω οι ίδιοι ότι επάνω στο μοναστήρι μένουν συμμορίτες, καί πήγαιναν οί Γερ-
μανοί στο μοναστήρι. Έβρισκαν πράγματι πολεμοφόδια καί έβαζαν φωτιά στο
μοναστήρι. Καί τελικά οί συμμορίτες πολλά μοναστήρια έτσι τά έκαψαν, γιατί
φοβούνταν τά μοναστήρια. «Καί άθεο νά είναι τό καθεστώς, έλεγαν, αν
υπάρχουν τά μοναστήρια, πάλι δέν θά κάνουμε τίποτε, οπότε ας τά κάψουμε».
Καί τά έκαιγαν μέ αυτόν τον τρόπο.
Σήμερα μαγιά άπό τά μοναστήρια θά πάνε νά πάρουν. Αλλά, αν καί τά
μοναστήρια είναι τραλαλά, τί θά πάρουν; Δέν θά βρουν προζύμι. Νά κοιτάξουμε
νά κρατηθή λίγη μαγιά γιά τά δύσκολα χρόνια. Τώρα έρχονται στά μοναστήρια
γιά βοήθεια αυτοί πού πάνε στους μάγους κ.λπ. Αργότερα θά έχουμε
ανθρώπους κουρασμένους άπό τήν αμαρτία. Καί νά τους στέλνης νά πιουν ή νά
αμαρτήσουν, δέν θά πηγαίνουν.
Ό Θεός σ’ αυτά τά δύσκολα χρόνια καλεί στον Μοναχισμό ανθρώπους μέ
ατομικές προσκλήσεις. Αυτή ή γενιά ξεκινάει γιά τον Μοναχισμό μέ τις
καλύτερες προϋποθέσεις, ξεκινάει μέ ιδανικά, καί ό διάβολος όλο αυτό τό υλικό
τό αχρηστεύει. Ή άλλη γενιά δέν θά είναι έτσι. Θά έρχωνται στά μοναστήρια καί
πολλοί πού δέν θά είναι κατάλληλοι γιά τον Μοναχισμό. Θά είναι σέ τέτοια
κατάσταση, πού θά άναγκάζωνται να γίνουν μοναχοί. Θά είναι κουρασμένοι και
πληγωμένοι από τον κόσμο. Ανδρόγυνα θά χωρίζουν, εϊτε με την ευλογία εϊτε
χωρίς την ευλογία της Εκκλησίας, και θά πηγαίνουν στα μοναστήρια. Νέοι πού
βαρέθηκαν την κοσμική ζωή θά πηγαίνουν στά μοναστήρια, άλλοι γιά νά
σώσουν τήν ψυχή τους και άλλοι γιά νά βρουν λίγη ηρεμία. Άλλοι πού θέλουν
νά παντρευτούν, αλλά θά φοβούνται με τί άνθρωπο θά μπλέξουν, θά γίνωνται
μοναχοί. Δηλαδή στά επόμενα χρόνια μπορεί νά έρχωνται καί ψυχοπαθείς ή
άλλοι πού θά διστάζουν νά δημιουργήσουν οικογένεια. «Τί θά βρω; τί θά κάνω;
θά σκέφτωνται. Καλύτερα νά πάω νά γίνω μοναχός». Θά τον παίρνουν δηλαδή
μερικοί σάν χουζούρι τον Μοναχισμό - τί προκοπή θά κάνουν, άλλο θέμα. Δεν
θά έρχωνται μετανοιωμένοι άνθρωποι. Θά είναι οι άνθρωποι σε τέτοια
κατάσταση, πού θά άναγκάζωνται νά γίνουν μοναχοί. Δεν θά είναι αγνά τά
ελατήρια τους. Αυτός είναι ό κίνδυνος. Όταν ένας ξεκινάη γιά τόν Μοναχισμό,
είναι διαφορετικά. Αυτοί θά έχουν ανάγκη από πολλή βοήθεια, γιατί ό διάβολος,
επειδή θά έχουν γευθή τις χαρές τοϋ κόσμου, θά τους πολεμήση σκληρά· ενώ
εμάς δεν μας πολεμάει τόσο. Εμάς κοιτάζει νά μας εμπόδιση άπό τήν πνευματική
εργασία καί νά μάς ρίξη στην άκηδία, ώστε νά μή βρουν πνευματική ζύμη οι
επόμενοι.
Θέλω νά πώ με όλα αυτά ότι εμείς πρέπει νά κάνουμε τώρα προκοπή, γιά
νά μπορέσουμε νά βοηθήσουμε αυτούς τους ανθρώπους. Νά τους αφήσουμε
κληρονομιά πατερική. Πνευματικές χαρές έχουμε· ουράνιες δεν έχουμε. Κάνουμε
μιά χειροθεσία, μιά αγρυπνία, ψάλλουμε καί το «Δοϋλοι Κύριον...», κουνάμε καί
τόν πολυέλαιο καί χαιρόμαστε. Αλλά αυτές δέν είναι ουράνιες χαρές· είναι χαρές
σαρκικές της καρδιάς, με τήν καλή έννοια. Ή ουράνια χαρά είναι κάτι το
ανώτερο, πού δεν εκφράζεται. Όταν άρχίση κανείς νά γεύεται λιγάκι τά
ουράνια, σκιρτάει ή καρδιά, παλαβώνει. Πρέπει νά ζήσουμε ουράνιες χαρές, γιά
νά τις μεταδώσουμε στις επόμενες γενιές.

Νά ετοιμασθούμε για την άλλη ζωή


- Γέροντα, ένας νέος εξαφανίσθηκε, άφοϋ άφησε σημείωμα στους γονείς
του ότι θά αύτοκτονήση, γιατί δεν είναι όμορφος καί ότι γι' αυτό φταίνε εκείνοι.
- Δεν έχουν συλλάβει τό βαθύτερο νόημα της ζωής οί άνθρωποι. Δέν
πιστεύουν στην άλλη ζωή. Όλο τό βάσανο από εκεί ξεκινάει. «Είμαι αδικημένος,
σοϋ λέει· οί άλλοι χαίρονται, εγώ δέν χαίρομαι». Δέν είναι ευχαριστημένοι με ό,τι
έχουν, μπαίνει καί ό εγωισμός, καί βασανίζονται. Ό Θεός όλο τον κόσμο τον
αγαπάει. Στον κάθε άνθρωπο έδωσε αυτά πού τον ωφελούν, εϊτε τό μπόι εϊτε την
λεβεντιά εϊτε την ομορφιά κ.λπ., ό,τι θά τον βοηθήση, άν τό αξιοποίηση, νά
σωθή. 'Αλλά ό κόσμος βασανίζεται. «Γιατί εγώ νά είμαι έτσι, ενώ εκείνος έτσι;».
Μά εσύ έχεις αυτά, εκείνος έχει άλλα. Ένας διά Χριστόν σαλός Ρουμάνος πού
άσκητεύει στο Άγιον Όρος είπε σε κάποιον πού είχε τέτοιους λογισμούς: «Ένας
βάτραχος είδε τό βουβάλι καί είπε: "Θέλω νά γίνω καί εγώ βουβάλι". Φούσκωσε,
φούσκωσε ό βάτραχος, καί τελικά έσκασε. Ό Θεός αυτόν τόν έκανε βάτραχο,
εκείνο βουβάλι. Πήγε ό βάτραχος νά γίνη βουβάλι καί έσκασε!». Ό καθένας να
χαίρεται, όπως ό Δημιουργός τον έφτιαξε.
Όταν ό άνθρωπος βοηθηθή να πιστέψη στον Θεό και στην μέλλουσα ζωή,
την αιώνια, - συλλαβή δηλαδή το βαθύτερο νόημα της ζωής - και μετανοήση,
άλλάξη ζωή, έρχεται αμέσως ή θεία παρηγοριά μέ τήν Χάρη του Θεοϋ, ή οποία
τον αλλοιώνει, διώχνοντας καί όλα τά κληρονομικά του ελαττώματα. Πολλοί
άνθρωποι πού μετανόησαν, αγωνίσθηκαν μέ φιλότιμο ταπεινά, χαριτώθηκαν,
έγιναν και Άγιοι, καί τους προσκυνάμε τώρα μέ ευλάβεια καί ζητάμε καί τις
πρεσβείες τους, ένώ προηγουμένως είχαν πολλά πάθη καί κληρονομικά. Ό
Όσιος Μωυσής ό Αίθίοψ λ.χ., ένώ ήταν ό πιο αιμοβόρος ληστής, μέ κληρονομική
κακία, μόλις πίστεψε στον θεό, μετανόησε, ασκήθηκε, έφυγαν όλα τά πάθη, τόν
επισκέφθηκε ή Χάρις τοϋ Θεού, καί αξιώθηκε νά λάβη καί το προφητικό
χάρισμα. Πέρασε στην ευαισθησία ακόμη καί τόν Μέγα Αρσένιο208, ό όποιος
ήταν από τήν μεγαλύτερη αρχοντική οικογένεια της Ρώμης, μέ κληρονομικές
αρετές καί μέ μεγάλη επιστημονική μόρφωση.
- Γέροντα, δηλαδή ποιο είναι ακριβώς το νόημα αυτής της ζωής;
- Ποιο είναι; Νά ετοιμασθούμε γιά τήν Πατρίδα μας, τόν Ουρανό, τόν
Παράδεισο. Το πάν είναι νά συλλαβή ό άνθρωπος αυτό το βαθύτερο νόημα της
ζωής, πού είναι ή σωτηρία τής ψυχής. Όταν ό άνθρωπος πιστεύη στον Θεό καί
στην μέλλουσα ζωή, τότε καταλαβαίνει ότι αυτή ή ζωή είναι μάταιη καί
ετοιμάζει το διαβατήριο του γιά τήν άλλη ζωή. Ξεχνούμε ότι όλοι θά φύγουμε.
Δέν θα βγάλουμε ρίζες εδώ. Αυτή ή ζωή δεν είναι για να καλοπεράσουμε. Είναι
να δίνουμε εξετάσεις, για να περάσουμε στην άλλη ζωή. Γι' αυτό ό σκοπός μας
πρέπει νά είναι νά ετοιμασθούμε, ώστε νά φύγουμε με αναπαυμένη συνείδηση,
όταν μας καλέση ό Θεός, και νά πετάξουμε κοντά Του. Όταν ό Χριστός ευλόγησε
τους πέντε άρτους καί χόρτασε τόσες χιλιάδες ανθρώπους, ό κόσμος ένα κι ένα
είπε: «Είναι ό,τι πρέπει γιά βασιλιάς!». Έφαγαν τους πέντε άρτους καί τά δυο
ψάρια καί ένθουσιάσθηκαν. Ό Χριστός όμως τους είπε νά μήν ένδιαφέρωνται
γι' αυτήν τήν τροφή, γιατί δεν θά μείνουμε εδώ209. Σ' αυτήν τήν ζωή δοκιμάζεται
ό καθένας, άν ανταποκρίνεται σε όσα ζητάει ό Θεός.
- Γέροντα, τί πρέπει νά εχη κανείς πάντα στον νου του, γιά νά κάνη τό
θέλημα του Θεοΰ;
- Νά εχη τον νου του στον Θεό. Νά σκέφτεται γιατί ήρθαμε σ' αυτήν τήν ζωή.
Έδώ δέν ήρθαμε γιά νά κάνουμε τά πάντα καί νά βολευτούμε. Ήρθαμε γιά νά
ετοιμασθούμε γιά τήν άλλη ζωή. Ό νους μας λοιπόν πρέπει νά είναι διαρκώς
έκει καί σε ό,τι θά μάς βοηθήση νά πάμε έκει. Με τήν φιλότιμη αντιμετώπιση, με
τον ταπεινό καί φιλότιμο αγώνα καταλαβαίνει κανείς τό νόημα της πνευματικής
ζωής. Ή πνευματική ζωή είναι λεβεντιά, γλέντι πνευματικό. Ξέρετε τί θά πή
γλέντι! Νά πιάσετε τό βαθύτερο νόημα τοϋ Μοναχισμού, τήν πνευματική
αρχοντιά, τήν ευαισθησία τήν πατερική. Τό βαθύτερο νόημα της ζωής - όχι τοϋ
Μοναχισμού άλλα της ζωής - έχουν υποχρέωση όλοι οί άνθρωποι νά τό συλ-
λάβουν. Άν τό έκαναν αυτό, δέν θά είχαν καθόλου μικροπρέπειες, γκρίνιες κ.λπ.
Άφοϋ υπάρχει θεία ανταπόδοση, νά κοιτάξουμε πώς θά βγάλουμε κανένα φρά-
γκο γιά 'κεϊ, καί όχι πώς θά έχουμε έδώ τήν άξιοπρέπειά μας και πώς θα
απολαμβάνουμε ανθρώπινες τιμές. Όταν ό άνθρωπος τοποθετή τον εαυτό του
στην πραγματική ζωή, όλα τά χαίρεται. Χαίρεται πού ζή, χαίρεται πού θα
πεθάνη. Όχι γιατί βαρέθηκε τήν ζωή του, άλλα χαίρεται πού θα πεθάνη και θά
πάη κοντά στον Χριστό.
- Χαίρεται, Γέροντα, γιατί δέν αντιδρά σ' αυτό πού ό Θεός επιτρέπει;
- Χαίρεται, γιατί βλέπει ότι αύτη ή ζωή είναι πρόσκαιρη, ενώ ή άλλη αιώνια.
Δέν βαρέθηκε τήν ζωή, άλλα σκέφτεται «τί θά κάνουμε, δέν θά φύγουμε;» και
ετοιμάζεται γιά 'κεΐ, γιατί καταλαβαίνει ότι αυτός είναι ό προορισμός του, το
νόημα της ζωής.
Νά, οι κοινωνικοί λειτουργοί έχουν καλωσύνη, οί καημένες, τρέχουν,
σκοτώνονται γιά τους άλλους. Σπουδάζουν ψυχολογία, άλλα μέ τον τρόπο πού
πηγαίνουν νά βοηθήσουν, σε κάποιες περιπτώσεις σταματούν. Πάει λ.χ. μία νά
παρηγόρηση έναν πού έχει ένα πόδι και αυτός της λέει: «Έσύ μού λές
"καλημέρα" μέ δυό πόδια, άλλα εγώ μέ ένα». Τί νά τοϋ απάντηση; Πώς νά τον
βοηθήση μέ τήν ψυχολογία; Αν δέν βοηθηθή αυτός ό άνθρωπος νά συλλαβή το
βαθύτερο νόημα τής ζωής, δέν μπορεί νά βοηθηθή μέ τίποτε. Νά καταλάβη ότι
γι' αυτήν τήν αναπηρία πού επέτρεψε ό Θεός, αν δέν γογγύζη, θά εχη νά λάβη
στην άλλη ζωή αποταμιευμένο ουράνιο μισθό και νά χαίρεται. Και αν ακόμη οί
άλλοι περπατούσαν μέ τέσσερα πόδια, νά έλεγε: «Σέ ευχαριστώ, Θεέ μου, πού
περπατώ μέ ένα πόδι». Αλλά όσες δέν έχουν τήν πνευματική αντιμετώπιση,
πάνε νά παρηγορήσουν τους άρρωστους και δέν ξέρουν τί νά τους πουν. Πάει
ή κοινωνική λειτουργός νά παρηγόρηση λ.χ. μιά γυναίκα τριάντα πέντε χρονών
μέ καρκίνο, πού έχει και τρία παιδάκια. Τί νά τής πή; Αν δέν βοηθηθή αυτή ή
μητέρα νά συλλαβή τό βαθύτερο νόημα τής ζωής, απελπίζεται, γιατί σκέφτεται
τί θά γίνουν τά παιδιά. Τήν ϊδια απελπισία πού έχει ή μητέρα έχει και ή
κοινωνική λειτουργός, αν δεν έχη καταλάβει κάτι το ανώτερο, το βαθύτερα
πνευματικό. Άν δεν ύπάρχη κατ' αρχάς βαθύτερη τοποθέτηση στον ϊδιο τον
εαυτό της, δέν μπορεί νά βοηθήση σωστά, για νά ερθη ή θεία παρηγοριά στον
άλλον. Έτσι οι καημένες κουράζονται και σωματικά, αλλά και στενοχωρούνται,
γιατί δέν μπορούν νά βοηθήσουν θετικά. Κουράζονται δηλαδή διπλά.

Νά αίσθανθοϋμε τό καλό ώς ανάγκη


Πρέπει ό άνθρωπος νά αίσθανθή το καλό ώς ανάγκη, γιατί διαφορετικά θά
είναι βασανισμένος. Και δέν είναι νά πή κανείς ότι μερικοί δέν μπορούν νά
καταλάβουν το καλό ώς ανάγκη. Έγώ δέν μπορώ νά τό δικαιολογήσω αυτό.
Ακόμη και ένα μικρό παιδάκι πέντε χρονών μπορεί νά αίσθανθή τό καλό ώς
ανάγκη. Άς πούμε ότι ένα παιδάκι έχει πυρετό. Φέρνουν οι γονείς τον γιατρό
και εκείνος τους λέει «κρατήστε τό παιδί γερά» και τάκ-τάκ τού κάνει τήν
ένεση. Μετά τό παιδί, μόλις ξαναδή τον γιατρό, βάζει τά κλάματα και φεύγει.
Άν όμως εξ αρχής τού πουν «κοίταξε, είσαι άρρωστο, έχεις πυρετό και δέν θά
μπορής ούτε στο σχολείο νά πάς ούτε νά παίξης, ενώ τά άλλα παιδιά παίζουν,
άν όμως άφήσης τον γιατρό λίγο νά σε τσιμπήση, θά πέση ό πυρετός και μετά
θά μπορής κι εσύ νά πάς νά παίξης», τό παιδάκι αμέσως θά κλείση τά ματάκια
του και θά τεντώση μόνο του τό χεράκι. Θέλω νά πώ ότι, άν τό παιδάκι μπορή
νά αίσθανθή τό καλό ώς ανάγκη, πόσο μάλλον ό μεγάλος.
Άπό τήν στιγμή πού ό άνθρωπος καταλάβη τό σωστό, τελείωσε. Νά πούμε
ότι σας λέω: «Θά σάς πετάξω κάτω άπό τό παράθυρο». Καταλαβαίνετε τί θά πή
αυτό. Και ένας λειψός στο μυαλό καταλαβαίνει ότι, άν πέση ψηλά από το
παράθυρο, θα σπάση τά πόδια του. Καταλαβαίνει ποιος είναι ό γκρεμός και
ποιο το ϊσωμα· ποιο είναι το καλό καί ποιο τό άσχημο. Ένας μεγάλος πού έχει
διαβάσει Πατερικά, Ευαγγέλιο, ξέρει ποιο είναι τό σωστό. Από 'κεϊ καί πέρα θέλει
τό κουμπί γύρισμα. Αλλά πολλές φορές λές σέ μερικές ψυχές «γιατί τό κάνεις αυτό;
δεν καταλαβαίνεις ότι δέν είναι σωστό;», καί αρχίζουν: «Νά, δυστυχώς έγώ έτσι
είμαι, γιατί νά είμαι έτσι, έτσι ήμουν καί πρώτα». «Άσε τί ήσουν πρώτα. Τώρα πού
σοϋ τό λέω, τί κάνεις, γιά νά διορθωθής;». Άλλο αν δέν τις κόβη. 'Αλλά μόνον τό
μωρό παιδάκι θά πιάση τό κάρβουνο αντί γιά καραμέλλα, γιατί δέν τοϋ κόβει.
- Γέροντα, πώς ή μητέρα σας πού ήταν τόσο ευαίσθητη καί σας αγαπούσε,
σας έδωσε άπό τά πρώτα παιδικά χρόνια αυστηρή αγωγή;
- Άπό μικρός μπορεί ό άνθρωπος νά βοηθηθή, γιά νά συλλαβή τό βαθύτερο
νόημα τής ζωής καί νά χαίρεται σωστά. Όταν ήμουν μικρός, τά περνούσα τά
παιδιά στο τρέξιμο. Εκείνα δέν μέ άφηναν νά τρέξω, με έδιωχναν.
«Γίροσφυγόπουλο» μέ έλεγαν. Πήγαινα μετά στην μάνα μου μέ κλάματα. «Τί έχεις
καί κλαις;», μού έλεγε εκείνη. «Δέν μ' αφήνουν τά παιδιά νά τρέξω», τής έλεγα.
«Θέλεις νά τρέξης; Νά αυλή, τρέξε. Γιατί θέλεις νά τρέχης εκεί, γιά νά σέ βλέπουν
οι άλλοι καί νά σοϋ λένε μπράβο; Αυτό έχει υπερηφάνεια». Άλλη φορά ήθελα νά
παίξω μέ τό τόπι καί δέν μέ άφηναν τά παιδιά. Πήγαινα πάλι στην μάνα μου
κλαίγοντας. «Τί έγινε, γιατί κλαις πάλι;», μέ ρωτούσε. «Δέν μ' αφήνουν τά παιδιά
νά παίξω μέ τό τόπι!», τής έλεγα. «Αυλή μεγάλη έχουμε, τόπι έχεις, παίξε έδώ. Τί
θέλεις νά σέ βλέπουν οι άλλοι, γιά νά σέ καμαρώνουν; Αυτό έχει υπερηφάνεια».
Τότε σκέφθηκα: «Δίκαιο έχει ή μητέρα». Έτσι σιγά-σιγά δέν ήθελα ούτε νά τρέχω
ούτε νά παίζω τό τόπι μπροστά στον κόσμο, γιατί κατάλαβα ότι αυτό είχε μέσα
υπερηφάνεια καί έλεγα: «Πράγματι, τί χαμένα πράγματα! Δίκαιο έχει». Ύστερα
τόσο πολύ δεν μέ πείραζε, πού, Όταν έβλεπα τα άλλα παιδιά νά τρέχουν, νά
χτυπούν τό τόπι και νά καμαρώνουν, γελούσα και έλεγα «τί κάνουν;», και ήμουν
μικρό παιδί· τρίτη Δημοτικού πήγαινα. Μετά ζούσα μιά φυσιολογική ζωή. Έτσι
τώρα, αν μού πουν «τί προτιμάς, νά άνεβής Αύγουστο μήνα ξυπόλυτος στον
Άθωνα μέσα στά πουρναρόφυλλα ή νά πάς σε μιά τελετή πού θά σού φορέσουν
μανδύα κ.λπ.;», θά πω ότι προτιμώ νά πάω ξυπόλυτος στον Άθωνα. Όχι από
ταπείνωση, άλλα γιατί αυτό μέ αναπαύει.
Οι άνθρωποι πού έχουν υπερηφάνεια δεν βοηθήθηκαν μικροί από τό
σπίτι. Τό κοσμικό φρόνημα βασανίζει τον άνθρωπο. Καί αν δεν προσεχθή αυτό
και οι γονείς δεν βοηθήσουν τά παιδιά, όταν είναι μικρά, γίνεται μετά
κατάσταση αυτό. Άλλο είναι ένα παιδί νά τό έπαινέσης λίγο, γιά νά μήν
άπογοητευθή, καί άλλο νά τοϋ φουσκώνης τόν εγωισμό. Π.χ. είπε ένα ποίημα
καί δέν τό είπε καλά καί απογοητεύεται. Τότε θά τού πή ή μάνα: «Έ, καλά τό
είπες». Αν τό πή όμως καλά τό ποίημα καί άρχίση ή μάνα μπροστά στους
άλλους «μπράβο, εσύ τό είπες άπό όλα τά παιδιά καλύτερα! τό δικό μου παιδί
είναι τό καλύτερο!», εκείνο είναι κακό. Καί έτσι οι γονείς καλλιεργούν πολλές
φορές στά παιδιά τήν υπερηφάνεια. Ή κάνει λ.χ. τό παιδί μιά αταξία στο
σχολείο καί ό δάσκαλος τό μαλώνει. Πάει μετά τό παιδί στο σπίτι καί λέει στους
γονείς του: «Ό δάσκαλος μέ μάλωσε άδικα». Όταν ό πατέρας ή ή μάνα
ύποστηρίζη τό παιδί καί λέη μάλιστα μπροστά του «θά τού δείξω εγώ, τό παιδί
τό δικό μου είναι...», μετά εκείνο θεωρεί καλό αυτό πού έκανε, καί τελικά
βασανίζεται άπό χαμένα πράγματα. Όλη ή βάση είναι νά καταλάβη τό παιδί
μερικά πράγματα άπό τό σπίτι του. Αν ό άνθρωπος άπό μικρός συλλαβή τό
βαθύτερο νόημα της ζωής, ύστερα πάνε όλα κανονικά. Αλλιώς ευχαριστιέται μέ
τά γήινα, μέ τους έπαίνους των ανθρώπων - πού στην πραγματικότητα δέν
αναπαύουν - και παραμένει γήινος άνθρωπος.

Νά βοηθούμε τον κόσμο στην μετάνοια


- Γέροντα, τί μπορεί να βοηθήση σήμερα περισσότερο τον κόσμο;
- Σήμερα, αν διδασκόταν ή μετάνοια στον κόσμο, μόνον αυτή θά μπορούσε νά
βοηθήση. Νά διαβάζουμε, όσο μπορούμε, βίους Αγίων πού τονίζουν τήν
μετάνοια, γιά νά βοηθηθούμε. Το νά ζητούμε μετάνοια άπό τον Θεό σημαίνει ότι
ζητούμε φωτισμό. Όταν ζητούμε μετάνοια και μετανοήσουμε περισσότερο,
φυσικά θά ταπεινωθούμε περισσότερο καί υποχρεωτικά τότε θά ερθη
περισσότερο ή θεία Χάρις, δ θειος φωτισμός. Όταν βρίσκεται ο άνθρωπος εν
μετάνοια, διατηρεί τήν Χάρη τοΰ Θεού. Πάντως δ κόσμος είναι καλός. Βλέπεις, οι
περισσότεροι ούτε εξομολογούνται ούτε εκκλησιάζονται, έχουν άγνοια μεγάλη,
καί άπό το άλλο μέρος έρχονται καί μού ζητούν βοήθεια. Αυτό κάτι έχει μέσα.
- Μήπως οι δοκιμασίες, Γέροντα, γίνονται αφορμή νά πλησιάσουν οί
άνθρωποι στον Θεό;
- Όσοι έχουν καλή διάθεση βοηθιούνται άπό τις δοκιμασίες· όσοι δέν έχουν,
τά βάζουν μέ τον Θεό, βρίζουν κ.λπ. Το κακό είναι ότι δέν λένε «ήμαρτον», άλλα
βασανίζονται. Μεγάλη εξουσία έχει ο διάβολος στον κόσμο. Τού δώσαμε πολλά
δικαιώματα. Πώς έγινε δ σημερινός άνθρωπος! Το κακό είναι ότι εμποδίζει τήν
θεία επέμβαση, γιατί δέν έχει μετάνοια. Ά ν υπήρχε μετάνοια, τά πράγματα θά
είχαν τακτοποιηθή. Μπόρες, μπόρες θά περνούμε! Ό Θεός νά βάλη το χέρι Του!
Νά ζητούμε μετάνοια γιά όλον τον κόσμο καί γιά όσους έν ψυχρώ κάνουν κακό
στην Εκκλησία καί δέν έχουν σκοπό νά διορθωθούν, να τους δίνη ό Θεός
μετάνοια και έπειτα να τους παίρνη.
Νά βοηθούμε, όσο μπορούμε, τον κόσμο στην μετάνοια, γιά νά δεχθούμε
τις ευλογίες του Θεοϋ. Μετάνοια και εξομολόγηση, αυτό χρειάζεται σήμερα. Έγώ
συνέχεια συνιστώ μετάνοια καί εξομολόγηση, γιά νά χάση τά δικαιώματα ό
διάβολος, νά κοποϋν οι εξωτερικές δαιμονικές επιδράσεις. Θέλουν τράνταγμα οί
άνθρωποι, νά καταλάβουν, νά μετανοήσουν. Π.χ. κάποιος εξομολογείται ότι
έκανε μοιχεία. Του δίνει ό Πνευματικός άφεση, του δίνει καί έναν κανόνα καί δέν
προχωράει περισσότερο. Πρέπει ό Πνευματικός νά τον βοηθήση νά καταλάβη
ότι τό κακό δέν ήταν μόνον ή μοιχεία· ότι μέ αυτό πού έκανε, έκανε εγκλήματα,
διέλυσε δύο οικογένειες. Αλλά μερικοί Πνευματικοί ούτε καν ερευνούν παραπέρα
ούτε προβληματίζουν τους ανθρώπους.
- Γέροντα, υπάρχουν άνθρωποι πού είναι καλοί, όμως δέν εκκλησιάζονται
συχνά, δέν έχουν τακτική μυστηριακή ζωή.
- Μπορεί καμμιά φορά κάποιος νά μην εκκλησιάζεται συχνά, άλλα νά ύπάρχη
μέσα του ευλάβεια, καλωσύνη, καί έτσι βρίσκει τόπο καί κατοικεί ό Θεός. Αυτοί οί
άνθρωποι, αν είχαν καί μυστηριακή ζωή, θά προχωρούσαν πολύ στην
πνευματική ζωή. Καί βλέπεις, υπάρχουν άλλοι πού εκκλησιάζονται,
εξομολογούνται, κοινωνούν, τά κάνουν δλα, καί όμως ό Θεός δέν βρίσκει τόπο
νά κατοίκηση μέσα τους, γιατί δέν υπάρχει ταπείνωση, καλωσύνη, μετάνοια
πραγματική. Δέν άρκεϊ μόνον ή εξομολόγηση στον Πνευματικό, γιά νά
τακτοποιηθή κανείς· χρειάζεται καί μετάνοια. Καί κάθε προσευχή πού κάνει
κανείς πρέπει νά άρχίζη μέ εξομολόγηση στον Θεό. Όχι όμως νά κλαίη καί νά
λέη «είμαι τέτοιος, τέτοιος, τέτοιος», καί μετά νά κάνη πάλι τά ϊδια. Αυτό δέν
είναι συναίσθηση. Όταν ύπάρχη συναίσθηση, υπάρχει καί λίγη βελτίωση.
Είδατε οί Ισραηλίτες μέ τί απλότητα προσευχήθηκαν; «Έξεγέρθητι, ίνατί
ύπνοϊς, Κύριε;», είπαν. Δηλαδή, «ξύπνα, Κύριε, γιατί κοιμάσαι;». Και ύστερα ό
Κύριος «έξηγέρθη ώς δυνατός, κεκραιπαληκώς εξ οίνου και έπάταξε...» Μέ τί
απλότητα και τί ταπείνωση, άλλα καί μέ τί παρρησία είπαν: «Τί θά πούμε τώρα,
Κύριε, στα έθνη; Μάς έσωσες από τήν Ερυθρά Θάλασσα καί τώρα νά
πεθάνουμε στην έρημο ή νά μάς σφάξουν οί αλλόφυλοι; Νά μή γίνουμε
ρεζίλι»
. Μήν πούμε καί εμείς καμμιά κουβέντα, «γιατί κοιμάσαι, Θεέ, καί δέν
βλέπεις;», γιατί θά μάς δώση σκαμπίλι εμάς. Είναι αναίδεια. Εκείνοι μέ ταπείνωση
καί απλότητα το είπαν. Δέν έδιναν ευθύνες στον Θεό, νά πουν «γιατί τά έκανες
έτσι;», άλλα έλεγαν «εμάς μάς χρειάζονταν πολύ μεγαλύτερα κακά, άλλα τώρα τί
θά πούμε στά έθνη;». Καί είδατε; Ένα καί ένα έκαμψαν τόν Θεό. Καταλάβατε;
Υπήρχε αναγνώριση τοϋ σφάλματος, μετάνοια, καί επενέβη ό Θεός καί
«έπάταξε...». Αν βρεθούμε καί εμείς σέ δυσκολία καί δέν τήν αντιμετωπίσουμε
πνευματικά, τότε θά πουν οί κοσμικοί γιά μάς: «Πού είναι ή προσευχή σας; Λέτε
ότι προσεύχεσθε, άλλα τί κάνετε;». Γινόμαστε ρεζίλι.