Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Προστάτης πτωχῶν καί ὀρφανῶν.



Ἐκτός ἀπό τά κτισίματα μεριμνοῦσε συγχρόνως καί γιά ὅσους εἶχαν ἀνάγκη.
Καί αὐτοί ἦταν πολλοί. Στά χωριά τῆς Κόνιτσας ὑπῆρχε τότε μεγάλη φτώχεια,
ἐγκατάλειψη, δυστυχία. Ὁ Γέροντας συγκέντρωνε ροῦχα, χρήματα, τρόφιμα καί
φάρμακα, τά ἔκανε δέματα καί τά ἔστελνε σέ ἀνθρώπους πού στεροῦνταν. Στό
ἔργο τῆς φιλανθρωπίας εἶχε ὡς βοηθούς εὐλαβεῖς γυναῖκες. Ὅσες εἶχαν τήν δι-
άθεση τίς ἔστελνε νά ὑπηρετοῦν ἄτομα ἀνήμπορα, κυρίως γεροντάκια, πού δέν
εἶχαν κανένα συγγενῆ κοντά τους.
Εἶχε πάρει ἄδεια ἀπό τήν ἀστυνομία καί σέ κάθε γειτονιά τῆς Κόνιτσας εἶχε
ἀφήσει ἀπό ἕνα κουμπαρά καί ὥρισε καί ἕναν ὑπεύθυνο. Ὑπῆρχε καί ἕνας ἐπί
πλέον κουμπαράς ἔξω ἀπό τό Ἀστυνομικό Τμῆμα. Ἔκανε ἐπιτροπή, ἡ ὁποία δι-
αχειριζόταν τά χρήματα, καί πρόσφεραν ἀνάλογα μέ τίς ἀνάγκες.
Ἐνδιαφέρθηκε γιά φτωχά καί ὀρφανά παιδιά νά συνεχίσουν τίς σπουδές
τους. Τά παρέπεμπε στά κατάλληλα πρόσωπα ἀλλά τά βοηθοῦσε καί ὁ ἴδιος
οἰκονομικά, ὅσο μποροῦσε. Πολλοί ἀπό αὐτούς εἶναι σήμερα ἐπιστήμονες καί
εὐγνωμονοῦν τόν Γέροντα.
Ἔδινε τά κτήματα τῆς Μονῆς σέ φτωχές οἰκογένειες νά τά καλλιεργοῦν. Ἐνοί-
κιο δέν ζητοῦσε. Τούς ἔλεγε, ἄν ἔχουν καλή σοδειά, νά προσφέρουν στό Μονα-
στήρι ὅ,τι ἤθελαν. Ἄν ἡ χρονιά δέν πήγαινε καλά, δέν ζητοῦσε τίποτε.
Ὅσες φορές ἡ ἀδελφή του Χριστίνα πήγαινε ροῦχα ἤ τρόφιμα, δέν τά δεχό-
ταν. Τῆς ἔλεγε νά τά πάη σέ οἰκογένειες, πού γνώριζε ὅτι στεροῦνταν.

Κόποι, ἀσκήσεις καί ἡσυχία.



Νήστευε αὐστηρά καί δουλαγωγοῦσε μέ κάθε τρόπο τό εὔθραυστο σῶμα
του, παρ᾿ ὅτι ἔκανε θεραπεία μέ ἐνέσεις. Κάποιες φορές μέ ἕνα ποτήρι νερό
περνοῦσε ὅλο τό ἡμερονύκτιο. Ἄν καί καλλιεργοῦσε στόν κῆπο τοῦ Μοναστηρι-
οῦ κηπευτικά πολλῶν εἰδῶν, ἡ συνηθισμένη τροφή του ἦταν τσάϊ μέ παξιμάδι
ἤ καρύδια κοπανισμένα.
Ἀναφέρει ἡ κυρία Πηνελόπη Μπαρμπούτη: «Στόν κῆπο πήγαινε ξυπόλυτος
καί τό βράδυ καθάριζε τά ἀγκάθια ἀπό τά πόδια του. Ἕνα παξιμάδι ἔτρωγε τό
πρωΐ καί ἕνα τό βράδυ. Ἄλλοτε ἔπινε σκέτο τσάϊ. Δούλευε παρά πολύ. Δέν κοι-
μόταν σχεδόν καθόλου. Προσπαθοῦσε νά μήν χαλάση τό χατήρι κανενός καί

ἤθελε ὅλους νά τούς ἀναπαύη. Ποτέ δέν ἔλεγε ὄχι. Τά χέρια του εἶχαν κάνει
ρόζους ἀπό τίς πολλές μετάνοιες. Τά πόδια του ἦταν μόνο κόκκαλα. Εἶχε πολ-
λά προβλήματα μέ τήν ὑγεία του».
Τήν ἡμέρα ἐργαζόταν σκληρά καί τή νύχτα ἀγρυπνοῦσε. Μόνος του διάβαζε
ὅλες τίς ἀκολουθίες, ὅπως εἶχε μάθει στό Ἅγιον Ὄρος.
Παρ᾿ ὅλο πού τό Μοναστήρι ἦταν σέ ἔρημο καί ἥσυχο μέρος, ὁ Γέροντας ἀπο-
συρόταν ἐνίοτε σέ μιά σπηλιά. Πήγαινε τίς νύχτες καί ἔκανε ἀγρυπνίες μέ τό
κομποσχοίνι καί ἀναρίθμητες μετάνοιες. Ἦταν ὅμως ἀνήλια καί ἔσταζε νερό.

Πηδᾶ στόν γκρεμό.



Κάποτε μετέφερε τά ἅγια Λείψανα καί εἶχε τήν λειψανοθήκη δεμένη μέ λουριά
ἀπό τούς ὤμους του. Σέ ἕνα σημεῖο τοῦ δρόμου, πού λέγεται «Μεγάλη Σκάλα», κό-
πηκε τό λουρί καί ἔπεσε ἡ λειψανοθήκη στόν γκρεμό. Ὁ Γέροντας ἀπό τόν πόθο
καί τήν εὐλάβεια πρός τά ἅγια Λείψανα, χωρίς νά ὑπολογίση τόν ἑαυτό του καί
χωρίς τόν παραμικρό δισταγμό, πήδησε ἀμέσως στόν γκρεμό γιά νά τά προλάβη.
Κατρακυλοῦσε ἡ λειψανοθήκη καί χτυποῦσε στά βράχια. Τελικά ὁ ἴδιος διαφυλά-
χθηκε, χάριτι Θεοῦ, σῶος˙ δέν ἔπαθε τίποτε, οὔτε γρατσουνιά! Ἡ λειψανοθήκη μέ
τά ἅγια Λείψανα ἔμειναν ἐπίσης ἄθικτα, ἐνῶ ὁ μεταλλικός κορβανᾶς πού ἦταν
προσαρμοσμένος στήν λειψανοθήκη εἶχε κατατσαλακωθῆ ἀπό τά χτυπήματα.
Ἦταν τόσο βαθύς καί ἀπότομος ὁ γκρεμός πού ἦταν ἀδύνατο νά ξανανεβῆ ὁ Γέ-
ροντας. Γιά νά βγῆ στό μονοπάτι, βάδιζε πολλή ὥρα μέσα στό ποτάμι.

Ἀνακαίνιση τοῦ Μοναστηριοῦ.



Παρά Κυρίου τά διαβήματα ἀνθρώπου κατευθύνεται». Μέ ἀποκάλυ-
ψη κατευθύνει ὁ Κύριος καί τώρα τά βήματα τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θε-
οῦ Παϊσίου στήν Μονή Στομίου, τῆς Ἐπαρχίας Κονίτσης. Διψοῦσε γιά
ἐρημική ζωή καί προετοιμαζόταν γιά τήν ἔρημο, ἀλλά μέ ἐντολή τῆς Παναγίας
βρέθηκε σέ Μοναστήρι τοῦ κόσμου.
Ἄρχισε τήν ἀνακαίνιση τοῦ καμένου Μοναστηριοῦ, χωρίς νά ἔχη τά ἀπαρα-
ίτητα χρήματα καί ὑλικά.
Ἀγόρασε ξυλεία καί μόνος ἔκανε πόρτες, παράθυρα, στασίδια, τραπέζια καί
ὅ,τι ἄλλο χρειαζόταν.
Ἐπίσης ἄλλαξε τήν σκεπή τῆς Ἐκκλησίας, ἔκανε Κελλιά γιά μοναχούς, Ἀρ-
χονταρίκι, στέρνα καί ἄλλα ἔργα.
Αὐτός ἀνέστησε τό κατεστραμμένο Μοναστήρι μέ πολλούς κόπους. Ἦταν
ἄρρωστος ἀλλά καί νηστευτής. Τή νηστεία δέν τήν χαλοῦσε ποτέ».

Εὐλογίες ἀπό τήν Παναγία.



Διηγήθηκε ὁ Γέροντας: «Ἢμουν ἂγρυπνος καί νηστικός καί περίμενα τό «μο-
τόρι», στον ἀρσανά τῆς Ἰβήρων. Ἀπό τήν ἐξάντληση δέν αἰσθανόμουν καλά.
Φοβήθηκα νά μήν λιποθυμήσω ἐκεῖ καί μέ δοῦν οἱ ἐργάτες. Γι᾿ αὐτό ἔκανα κου-
ράγιο καί πῆγα πίσω ἀπό μιά ντάνα ξύλα.
»Σκέφθηκα πρός στιγμήν νά παρακαλέσω τήν Παναγία καί ἀμέσως εἶπα
στόν ἑαυτό μου: «Ἄθλιε, τήν Παναγία γιά τό ψωμάκι τήν ἔχουμε;».
»Καί μόλις εἶπα αὐτό, νά ἡ Παναγία καί μοῦ ἔδωσε ζεστό ψωμί καί σταφύλι!
Ἔ, ἀπό κεῖ καί πέρα μετά...».
Κάποιος, τόν ὁποῖον ὁ Γέροντας θεράπευσε ἀπό ἀνίατη ἀσθένεια, ἀκούγοντας
τήν διήγηση, ρώτησε ἔκπληκτος:
– Καλά, Γέροντα, μετά πού ἔφαγες τίς ρόγες τοῦ σταφυλιοῦ, τό κοτσάνι σοῦ
ἔμεινε στό χέρι;
– Καί τό κοτσάνι καί ψίχουλα, ἀπάντησε μέ ἔμφαση.

Ἐπίσκεψη τῆς θείας χάριτος.



Τήν τραχύτητα τῆς ἀσκήσεως ἦρθε νά γλυκάνη ἕνα πρωτόγνωρο γεγονός, ἡ
ἐπίσκεψη τῆς θείας χάριτος. «Ὅταν εἶχαν σωθῆ τελείως οἱ μπαταρίες (ἐξαντλή-
θηκαν οἱ δυνάμεις)», διηγήθηκε, «ἔζησα ἕνα γεγονός: Μιά νύχτα, ἐνῶ προσευ-

χόμουν ὄρθιος, ἔνιωσα κάτι νά κατεβαίνη ἀπό πάνω καί νά μέ περιλούζη ὁλό-
κληρο. Αἰσθανόμουν μιά ἀγαλλίαση καί τά μάτια μου ἔγιναν δύο βρύσες πού
ἔτρεχαν συνέχεια δάκρυα. Ἔβλεπα καί ζοῦσα αἰσθητά τήν χάρι11. Μέχρι τότε,
συγκινήσεις καί τέτοια εἶχα αἰσθανθῆ πολλές φορές, ἀλλά τέτοιο πρᾶγμα πρώ-
τη φορά μοῦ συνέβη. Ἦταν τόσο δυνατό πνευματικά αὐτό τό γεγονός, ὥστε μέ
στήριξε καί κράτησε γιά δέκα περίπου χρόνια μέχρι πού ἀργότερα στό Σινᾶ,
ἔζησα μεγαλύτερες καταστάσεις μέ ἄλλον τρόπο».

Ρασοευχή.



Στίς 27 Μαρτίου 1954 μετά ἀπό τήν κανονισμένη δοκιμασία ἐκάρη μοναχός.
Ἔλαβε ρασοευχή καί τό ὄνομα Ἀβέρκιος. Ὁ Ἡγούμενος τοῦ πρότεινε νά λάβη
τό Μεγάλο Σχῆμα, ἀλλά δέν δέχθηκε. Ἀνέφερε: «Ἄν καί μποροῦσα νά γίνω ἀμέ-
σως μεγαλόσχημος, διότι μοῦ εἶπαν: «Ἐσύ Στρατό τελείωσες, δέν σέ ἐμποδίζει
τίποτε», εἶπα: «Ἀρκεῖ ἡ ρασοευχή». Θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ἀνάξιο, ἀλλά καί
δέν ἤθελε νά δεσμευθῆ μέ τίς ὑποσχέσεις τοῦ Μεγάλου Σχήματος, ἐξ αἰτίας τῆς
ἀγάπης του γιά τήν ἡσυχαστική ζωή πού ἐπιθυμοῦσε.