Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Ἐγκατάσταση στήν «Παναγούδα».



Ὁ Γέροντας, ἀφοῦ πέρασε ἕνδεκα χρόνια ἀγώνων καί προσφορᾶς στό
Καλύβι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἀποφάσισε ὕστερα γιά κάποιον πνευμα-
τικό λόγο νά ἀναχωρήση ἀπό αὐτό.
Στίς 27 Φεβρουαρίου, ἡμέρα πού τοῦ εἶχε ἐμφανισθῆ ἡ ἁγία Εὐφημία, βρῆκε,
καθ᾿ ὑπόδειξη τοῦ γερο-Ἰωακείμ, τήν «Παναγούδα». Τό γεγονός τό αἰσθάνθηκε
ὡς εὐλογία τῆς Ἁγίας καί συγκινημένος τήν εὐχαρίστησε γιά τήν πρόνοιά της.
Τό Καλύβι εἶχε βασικές ἐλλείψεις γιατί ἦταν παλαιό καί ἐγκαταλελειμμένο.
Ἔλειπαν πόρτες, παράθυρα, ταβάνια˙ τό πάτωμα εἶχε τρύπες καί ἡ σκεπή ἔβαζε
νερά. Ἄρχισε μέ πολύ κόπο τίς πλέον ἀναγκαῖες ἐπισκευές. Χρήματα δέν εἶχε,
ἀλλά καί δύσκολα δεχόταν.
᾿Εκτός ἀπό τήν ὁλοήμερη κοπιαστική ἐργασία εἶχε καί τόν κόσμο.
Ὅλη τήν ἡμέρα τούς δεχόταν, τούς κερνοῦσε καί θυσίαζε ὧρες πολλές μα-
ζί τους γιά νά ἀκούση τά προβλήματά τους, νά σηκώση τόν σταυρό τους, νά
πάρη τόν πόνο τους, νά συμβουλεύση, νά ἐπιτιμήση, νά θεραπεύση, ἀκόμη καί
νά τούς διασκεδάση, χωρίς καθόλου νά ὑπολογίζη, ἄν ὁ ἴδιος ἦταν ἄγρυπνος,
νηστικός, διψασμένος, κουρασμένος, ἄρρωστος.
Σύν τῷ χρόνῳ ὅμως ὁ ἀριθμός τῶν ἐπισκεπτῶν αὐξήθηκε ὑπερβολικά˙ ξε-
περνοῦσε τά ὅρια τῆς ἀντοχῆς του. Ἔλεγε ἐξομολογητικά: «Δέν ὁρίζω τόν ἑαυ-
τό μου. Ἔχω γίνει πρόγραμμα τῶν ἀνθρώπων. Παλαιά ὁ νοῦς μου βυθιζόταν
στήν εὐχή. Τώρα ζῶ τά προβλήματα τῶν ἀνθρώπων. Πολλές φορές πετιέμαι
στόν ὕπνο!».
Παρ᾿ ὅτι ὅμως τούς δεχόταν ὅλους, ὁ κόσμος δέν τόν ἀλλοίωσε˙ δέν τόν ἐκ-
κοσμίκευσε. Ἀντίθετα ὁ Γέροντας μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ μεταμόρφωνε τούς
ἀνθρώπους.

Ὁ φύλακας Ἄγγελος.



Ὁ Γέροντας διηγήθηκε: «Ἦταν τοῦ ἁγίου Ἰσιδώρου τοῦ Πηλουσιώτου. Περ-

νοῦσα μιά περίοδο μέ πολλές στενοχώριες, καί ἐξ αἰτίας αὐτῶν εἶχα δυνατούς
πονοκεφάλους. Ἀπό τήν πίεση χτυποῦσε τό μάτι μου καί κινδύνευα νά πάθω
ἐγκεφαλικό. Τό ἔνιωθα σάν νά χτυποῦσε κάποιος ἀπό μέσα μέ σφυρί καί ἤθε-
λε νά πεταχθῆ ἔξω. Κατά ἡ ὥρα 9 τό βράδυ (κοσμική ὥρα), ἐνῶ εἶχα ξαπλώσει
στό κρεββάτι, εἶδα ἕναν Ἄγγελο πολύ ὡραῖον, σάν νά βγῆκε ἀπό μέσα μου, μέ
μορφή μικροῦ παιδιοῦ δώδεκα χρονῶν. Τά μαλλάκια του ἦταν κατάξανθα μέ-
χρι τούς ὤμους. Μοῦ χαμογέλασε καί πέρασε ἁπαλά τό χέρι του πάνω ἀπό τά
μάτια μου. Ἀμέσως μοῦ ἔφυγε ὅλη ἡ στενοχώρια καί ἔπαψαν οἱ πόνοι. Ἔνιωθα
τέτοια γλυκύτητα πού προτιμοῦσα νά ξαναπονέσω, ἀρκεῖ νά δῶ καί πάλι τόν
φύλακα Ἄγγελό μου».

Θεόσταλτο ψάρι.



Διηγήθηκε ὁ Γέροντας: «Ἦταν ἡ Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ. Αἰσθανόμουν ἐξάντλη-
ση καί μοῦ πέρασε ὁ λογισμός ὅτι, ἄν εἶχα νά φάω λίγο ψαράκι, θά μοῦ ἔκανε
καλό. Ὄχι ἀπό ἐπιθυμία, ἀλλά σάν φάρμακο. Εἶχα προβλήματα καί μέ τά ἔντερά
μου. Βγῆκα νά πάω ἔξω. Γυρίζοντας εἶδα ἕνα μεγάλο πουλί σάν ἀετό νά χαμη-
λώνη πολύ καί ἔσκυψα νά μήν μέ χτυπήση. Φοβήθηκα μήπως εἶναι τίποτε τοῦ
πειρασμοῦ, γι᾿ αὐτό δέν ἔδωσα σημασία καί μπῆκα γρήγορα στό Κελλί μου.
»Σέ λίγο χρειάσθηκε πάλι νά βγῶ ἔξω. Στό ἴδιο σημεῖο πού εἶχα σκύψει εἶδα
νά σπαρταράη ἕνα μεγάλο ψάρι. Πρῶτα ἔκανα τόν σταυρό μου, εὐχαρίστησα
τόν Θεό καί μετά πῆρα τό ψάρι. Ἀλλά, σοῦ κάνει καρδιά μετά νά τό φᾶς;».

Ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ.



Διηγήθηκε ὁ Γέροντας στόν ἱερομόναχο Γ.: «Ἔνιωθα κάποια δυσκολία νά προ-
σευχηθῶ στόν Χριστό. Τήν Παναγία τήν ἔχω σάν μάννα. Τήν ἁγία Εὐφημία τό
ἴδιο. Τήν φωνάζω: «ἁγία Εὐφημούλα μου». Στόν Χριστό ἔνιωθα δύσκολα. Τήν
εἰκόνα Του μέ φόβο τήν φιλοῦσα. Καί ὅταν τήν ὥρα πού ἔλεγα τήν εὐχή ἔφευγε
καμμιά φορά ὁ νοῦς μου ἀπό τόν Χριστό, δέν στενοχωριόμουνα. «Ποιός εἶμαι
ἐγώ, γιά νἄχω συνέχεια τόν νοῦ μου στόν Χριστό», σκεπτόμουν. Καί συνέβη αὐ-
τό πού θά σοῦ πῶ:
»Ἦταν βράδυ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, θά ξημέρωνε τοῦ ἁγίου Κάρπου18. Νι-
ώθω ἀνάλαφρος, πούπουλο. Καμμιά ὄρεξη νά κοιμηθῶ. Σκέφτομαι: «Ἄς καθή-
σω νά γράψω κάτι γιά τόν παπα-Τύχωνα νά τό στείλω στίς ἀδελφές». Μέχρι
τίς 8.30΄ ἁγιορείτικα ἔγραψα ὥς τριάντα σελίδες. Ἄν καί δέν νύσταζα, εἶπα νά
ξαπλώσω, γιατί ἔνιωθα λίγη κούραση στά πόδια.
»Παίρνει νά φωτίζη. Στίς 9 ἡ ὥρα (6 περίπου κοσμικά τό πρωί) δέν εἶχα κοιμη-

θῆ. Σέ μιά στιγμή σάν νά χάθηκε ὁ τοῖχος τοῦ Κελλιοῦ μου (δίπλα στό κρεββάτι
πρός τό ἐργαστήριο). Βλέπω τόν Χριστό μέσα στό φῶς, σέ ἀπόσταση ἕξι μέτρα
περίπου. Τόν ἔβλεπα ἀπό τό πλάϊ. Τά μαλλιά του ἦταν ξανθά καί τά μάτια του
γαλανά. Δέν μοῦ μίλησε. Κοίταξε λίγο δίπλα, ὄχι ἀκριβῶς ἐμένα.
»Δέν ἔβλεπα μέ τά σωματικά μάτια. Αὐτά εἴτε ἀνοιχτά εἶναι εἴτε κλειστά,
καμμιά διαφορά δέν ἔχει. Ἔβλεπαν τά μάτια τῆς ψυχῆς.
»Ὅταν Τόν εἶδα σκέφθηκα: Πῶς μπόρεσαν νά φτύσουν τέτοια μορφή; Πῶς
μπόρεσαν -οἱ ἀθεόφοβοι- νά ἀκουμπήσουν τέτοια μορφή; Πῶς μπόρεσαν νά
μπήξουν καρφιά σ᾿ αὐτό τό σῶμα; Πά! πά! πά!
»Ἀπόμεινα! Τί γλυκύτητα ἔνιωθα! Τί ἀγαλλίαση! Δέν μπορῶ νά ἐκφράσω μέ
δικά μου λόγια τήν ὀμορφιά αὐτή. Ἦταν αὐτό πού λέει: «Ὁ Ὡραῖος κάλλει πα-
ρά τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων». Αὐτό ἦταν. Δέν ἔχω δεῖ ποτέ τέτοια εἰκόνα του.
Μόνο μία κάποτε -δέν θυμᾶμαι ποῦ- ἔμοιαζε κάπως.
»Θἄξιζε νά ἀγωνίζεται κανείς χίλια χρόνια γιά νά δῆ αὐτή τήν ὀμορφιά γιά
μιά στιγμή μόνο. Τί μεγάλα καί ἀνείπωτα εἶναι δυνατόν νά χαρισθοῦν στόν ἄν-
θρωπο, καί μέ τί τιποτένια ἀσχολούμαστε!
»Πιστεύω πώς εἶναι ἕνα δῶρο πού μοῦ ἔκανε ὁ παπα-Τύχων. Νά μήν τό πῆς
σέ κανέναν. Πολύ τό σκέφθηκα νά τό πῶ καί σέ σένα. Βλέπεις τόση ὥρα δέν
σοῦ μίλησα, τώρα πού φεύγεις»19.
Ὕστερα ἀπό δύο μέρες ὅταν ξανασυναντήθηκαν, ὁ Γέροντας εἶπε: «Ὅλη τή νύχτα
ἔκλαιγα γιατί σοῦ τὄπα. Δέν φοβᾶμαι πώς θά τό πεῖς. Ἀλλά ἐγώ ζημιώθηκα».
Τό γεγονός αὐτό τό αἰσθάνθηκε καί μιά ἀδελφή στήν Σουρωτή καί ἔγραψε
στόν Γέροντα: «Τάδε τοῦ μηνός, τάδε ὥρα... Τά ὑπόλοιπα θά μᾶς τά πεῖτε ἐσεῖς».
Καί πράγματι, ὅταν ἀργότερα βγῆκε ἔξω, τούς τό διηγήθηκε καί μάλιστα περι-
έγραψε καί ἁγιογράφησαν τόν Χριστό, ὅπως ἀκριβῶς τόν εἶδε.

Ὁ Γιωργάκης ἀπό τό Θιβέτ.



Ἦρθε στό Ἅγιον Ὄρος καί γύριζε στά μοναστήρια ἕνας νέος ἡλικίας 16-
17 χρόνων, ὁ Γιωργάκης. Ἀπό ἡλικίας τριῶν ἐτῶν οἱ γονεῖς του τόν ἔβαλαν
σέ βουδδιστικό μοναστήρι στό Θιβέτ. Προχώρησε πολύ στήν Γιόγκα, ἔγινε τέ-
λειος μάγος, μποροῦσε νά καλῆ ὅποιον δαίμονα ἤθελε. Εἶχε μαύρη ζώνη καί
ἤξερε τέλεια καράτε. Μέ τήν δύναμη τοῦ Σατανᾶ ἔκανε ἐπιδείξεις πού προ-
ξενοῦσαν ἐντύπωση. Χτυποῦσε μέ τό χέρι του μεγάλες πέτρες καί ἔσπαζαν
σάν καρύδια. Μποροῦσε νά διαβάζη κλειστά βιβλία. Ἔσπαζε στήν παλάμη
του φουντούκια, ἔπεφταν κάτω τά τσόφλια καί οἱ καρποί ἔμεναν κολλημέ-
νοι στό χέρι του.
Κάποιοι μοναχοί ἔφεραν τόν Γιωργάκη στόν Γέροντα γιά νά τόν βοηθήση.
Ρώτησε τόν Γέροντα, τί δυνάμεις εἶχε καί τί μποροῦσε νά κάνη. Ἀπάντησε ὅτι
ὁ ἴδιος δέν ἔχει καμμιά δύναμη καί ὅτι ὅλη ἡ δύναμη εἶναι τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Γιωργάκης θέλοντας νά ἐπιδείξη τήν δύναμή του συγκέντρωσε τό βλέμμα

του σέ μιά μεγάλη πέτρα πού ἦταν σέ ἀπόσταση καί ἡ πέτρα ἔγινε
θρύψαλα. Τότε ὁ Γέροντας σταύρωσε μιά μικρή πέτρα καί τοῦ εἶπε νά
τήν σπάση καί αὐτή. Αὐτός συγκεντρώθηκε, ἔκανε τά μαγικά του, ἀλ-
λά δέν κατάφερε νά τήν σπάση. Τότε ἄρχισε νά τρέμη, καί οἱ σατανι-
κές δυνάμεις, πού νόμιζε ὅτι ἔλεγχε, μή μπορώντας νά σπάσουν τήν
πέτρα, στράφηκαν ἐναντίον του καί τόν ἐκσφενδόνισαν στήν ἄλλη
ὄχθη τοῦ ρέματος. Ὁ Γέροντας τόν μάζεψε σέ ἄθλια κατάσταση.
«Ἄλλη φορά», διηγήθηκε ὁ Γέροντας, «ἐνῶ συζητούσαμε, ξαφνικά
σηκώθηκε, μοῦ ἔπιασε τά χέρια καί μοῦ τά γύρισε πρός τά πίσω. «Ἄν
μπορῆ, ἄς ἔρθη νά σ᾿ ἐλευθερώση ὁ Χατζεφεντῆς», μοῦ εἶπε. Τό αἰ-
σθάνθηκα σάν βλασφημία. Κούνησα ἔτσι λίγο τά χέρια μου καί τινά-
χθηκε πέρα. Μετά σάν ἀντίδραση πήδησε ψηλά καί πῆγε νά μέ χτυπήση μέ τό
πόδι του, ἀλλά τό πόδι του σταμάτησε κοντά στό πρόσωπό μου, σάν νά βρῆκε
ἕνα ἀόρατο ἐμπόδιο! Μέ φύλαξε ὁ Θεός.
»Τή νύχτα τόν κράτησα καί κοιμήθηκε στό Κελλί μου. Οἱ δαίμονες τόν ἔσυ-
ραν μέχρι κάτω στόν λάκκο καί τόν ἔδειραν γιά τήν ἀποτυχία του. Τό πρωί σέ
κακή κατάσταση, τραυματισμένος, γεμᾶτος ἀγκάθια καί χώματα, ὡμολογοῦσε:
«Μέ ἔδειρε ὁ Σατάν, γιατί δέν μπόρεσα νά σέ νικήσω».
Ἔπεισε τόν Γιωργάκη νά τοῦ φέρη τά μαγικά του βιβλία καί τά ἔκαψε.
Ὁ Γέροντας τόν κράτησε λίγο κοντά του καί τόν βοήθησε, ὅσο ἔκανε ὑπακοή.
Ἐνδιαφέρθηκε νά μάθη, ἄν εἶναι βαπτισμένος, καί μάλιστα ἔμαθε καί σέ ποιά
Ἐκκλησία εἶχε βαπτισθῆ. Ὁ Γιωργάκης συγκλονισμένος ἀπό τήν δύναμη καί τήν
χάρι τοῦ Γέροντα, ἐπιθυμοῦσε νά γίνη μοναχός ἀλλά δέν μπόρεσε.
Ὁ Γέροντας χρησιμοποιοῦσε τήν περίπτωση τοῦ Γιωργάκη γιά νά ἀποδείξη
πόσο μεγάλη εἶναι ἡ πλάνη αὐτῶν πού νομίζουν ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες εἶναι ἴ-
διες, ὅλες τόν ἴδιο Θεό πιστεύουν, καί ὅτι δέν διαφέρουν οἱ Θιβετιανοί μοναχοί
ἀπό τούς Ὀρθοδόξους.

Φῶς γλυκύτατον.



«Κάποτε», διηγήθηκε, «ἐνῶ ἔλεγα τήν εὐχή τή νύχτα, ἦρθε μέσα μου μιά χα-
ρά μεγάλη. Συνέχισα νά λέω τήν εὐχή καί ξαφνικά τό Κελλί μου πλημμύρισε
ἀπό φῶς. Ἦταν λευκό μέ μιά μικρή ἀπόχρωση πρός τό γαλάζιο. Ἡ καρδιά μου
χτυποῦσε γλυκά. Συνέχισα νά κάνω κομποσχοίνι μέχρι πού βγῆκε ὁ ἥλιος. Τό
φῶς ἦταν τόσο δυνατό! Πιό δυνατό ἀπό τό φῶς τοῦ ἡλίου. Ὁ ἥλιος ἔχανε τήν
λάμψη μπροστά του. Ἔβλεπα τόν ἥλιο καί μοῦ φαινόταν τό ἡλιακό φῶς ὠχρό,
ὅπως εἶναι τό φῶς τῆς σελήνης κατά τήν πανσέληνο. Τό φῶς τό ἔβλεπα γιά πο-
λύ. Μετά, ὅταν τό φῶς ἔλειψε καί ἡ χάρις μειώθηκε, τότε δέν εὕρισκα καμμιά
παρηγοριά καί χαρά.

Ἡ κολασμένη ψυχή.



Διηγήθηκε ὁ Γέροντας: «Μιά γνωστή μου γριά ἦταν πολύ τσιγγούνα. Ἡ κό-
ρη της ἦταν πολύ καλή καί ὅ,τι ἤθελε νά δώση ἐλεημοσύνη τό ἔρριχνε ἀπό τό
παράθυρο ἔξω, ἔβγαινε μέ ἄδεια χέρια, γιατί τήν ἔλεγχε μήπως πῆρε τίποτε,
καί ὕστερα τό ἔπαιρνε καί τό ἔδινε. Ὅμως ἄν τῆς ἔλεγε ὅτι ὁ καλόγηρος (ἐγώ
δηλαδή), εἶπε νά μοῦ δώσης αὐτό τό πρᾶγμα, τό ἔδινε.
»Μετά τόν θάνατό της βλέπω ἕναν νέο (θἄτανε ὁ φύλακάς της Ἄγγελος)
καί μοῦ λέει: «Ἔλα καί σέ θέλει ἡ...». Δέν μπόρεσα νά καταλάβω τί μοῦ συνέβη
καί βρεθήκαμε στήν Κόνιτσα, μπροστά σ᾿ ἕνα τάφο. Κάνει τό χέρι του ἔτσι καί
ἀνοίγει ὁ τάφος. Βλέπω μέσα ἕνα πολτό ἀπό γλῖτσες καί τήν γνωστή μου γριά,
πού εἶχε ἀρχίσει νά λυώνη καί νά φωνάζη: «Καλόγερε, σῶσε με».
»Τήν πόνεσα, τήν λυπήθηκα. Χωρίς νά τήν σιχαθῶ, κατέβηκα μέσα, τήν ἀγκά-
λιασα καί τήν ρωτοῦσα: «Τί ἔχεις;». Μοῦ λέει: «Πές μου, ὅ,τι μοῦ ζήτησες ἐγώ
πρόθυμα δέν σοῦ τὄδωσα;» «Ναί, ἔτσι εἶναι», εἶπα. «Ἐντάξει», τήν καθησύχασε
ὁ νέος (φύλακας Ἄγγελός της).
»Ἔκανε πάλι τό χέρι του ἔτσι καί ξανατράβηξε τόν τάφο σάν κουρτίνα καί

βρέθηκα πάλι στό Καλύβι.
»Οἱ ἀδελφές ἀπό τήν Σουρωτή μέ ρώτησαν: «Τί σοῦ συνέβη τοῦ ἁγίου Ἀν-
δρέα;». Ἀπαντῶ: «Νά κάνετε προσευχή γι᾿ αὐτή τήν ψυχή».
»Σέ δυό μῆνες τήν βλέπω πάλι. Ὑπῆρχε ἕνα χάος καί ψηλά σ᾿ ἕνα ἴσιωμα
ἦταν παλάτια, σπίτια πολλά, ἄνθρωποι πολλοί. Ἐκεῖ πάνω ἦταν ἡ γριά πολύ
χαρούμενη. Τό πρόσωπό της ἦταν σάν μικροῦ παιδιοῦ˙ μόνο ἕνα σημαδάκι εἶχε
καί ἕνα Ἀγγελάκι τό ἔτριβε γιά νά καθαρίση καί αὐτό.
»Βαθειά στό χάος εἶδα κάποιους νά χτυπιοῦνται, νά ταλαιπωροῦνται καί νά
προσπαθοῦν νά ἀνέβουν πάνω.
»Τήν ἀγκάλιασα ἀπό χαρά. Τήν πῆρα πιό πέρα, γιά νά μήν μᾶς βλέπουν καί
πληγώνωνται. Μοῦ εἶπε: «Ἔλα νά σοῦ δείξω πού μέ ἔβαλε ὁ Κύριος».