Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

Ἀγάπη ἀρχοντική.



Η κορυφή καί ὁ στέφανος ὅλων τῶν ἀγώνων τοῦ Γέροντα ἦταν ἡ ἀγάπη. ῎Ελε-
γε: «Αἰσθάνομαι γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους τήν ἴδια ἀγάπη πού εἶχα γιά τούς
συγγενεῖς μου. Τώρα αἰσθάνομαι ὅλο τόν κόσμο σάν ἀδελφούς».
Ὁ Γέροντας ἦταν πλήρης ἀγάπης γιά τόν ἄνθρωπο, γιά τήν κτίση, καί φλε-
γόταν ἀπό θεῖο ἔρωτα.
Ἀπό μικρό παιδί ἔκανε ἐλεημοσύνες καί βοηθοῦσε πολλούς. Οἱ φτωχοί ἄν-
θρωποι στήν Κόνιτσα, ὅταν εἶχαν ἀνάγκες, κατέφευγαν σ᾽ αὐτόν καί ζητοῦσαν
βοήθεια. «Ἕνεκεν συμπαθείας καί στεναγμοῦ τῶν πενήτων» ἔδινε καί τά ροῦχα
πού φοροῦσε. Μέ τήν μεγάλη του ἀγάπη ἀγκάλιασε τά χωριά τῆς Κόνιτσας, καί
εὕρισκε τρόπο νά βοηθᾶ «τούς ἐν ἀνάγκαις καί ἐν ἀσθενείᾳ ὄντας». ῎Εδινε μεγά-
λη ἀξία στήν ἐλεημοσύνη. Τήν εἶχε ὡς κριτήριο γιά τό ἄν κάποιος εἶναι ἄξιος τοῦ
θείου ἐλέους καί τῆς σωτηρίας. «Μπορεῖ νά εἶναι ἀδιάφορος ὁ ἄλλος, ἄν ὅμως
πονᾶ γιά ἕναν ἄρρωστο, ἄν κάνη ἐλεημοσύνη, μήν τόν φοβᾶσαι αὐτόν».
Παρακινοῦσε τούς ἀνθρώπους νά ἐλεοῦν, γιατί πίστευε ὅτι, «ὅταν παίρνης
κάτι, δέχεσαι ἀνθρώπινη χαρά. Ἀλλά ἄν τό δώσης, παίρνεις καί θεϊκή χαρά. Τό
πνευματικό πάρσιμο γίνεται μέ τό δόσιμο».
῞Οταν ἔβλεπε κάποιον μέ εἰδική ἀνάγκη, τοῦ ἔδινε τήν καρδιά του καί ἀπα-
ραιτήτως καί κάποια εὐλογία. Σέ περιπτώσεις πού δέν εἶχε κάτι ἄλλο, ἔδινε τό
κομποσχοίνι του ἤ τό πλεκτό του.
Ἐντύπωση προξενεῖ ἡ ἀνεξικακία του. Ἀνθρώπους πού τόν κατηγοροῦσαν
καί ἦταν ἐχθρικοί ἀπέναντί του, τούς συγχωροῦσε καί εὐχόταν γι᾿ αὐτούς. Ἄν
μάθαινε ὅτι ἔπεσαν σέ πειρασμό ἤ ἀνάγκη, ἔτρεχε νά βοηθήση μέ καρδιά συμ-
πάσχουσα σάν νά ἦταν ἀδελφοί του. «Ἄν δέν συγχωροῦμε τούς ἄλλους βρισκό-
μαστε ἔξω τοῦ παραδείσου», τόνιζε χαρακτηριστικά.
Ἡ ἀγάπη τοῦ Γέροντα ξεχείλιζε καί ἀγκάλιαζε καί τά ἄγρια ζῶα. Αὐτά τήν
αἰσθάνονταν, πλησίαζαν κοντά του καί ἔτρωγαν ἀπό τά χέρια του. ῎Ελεγε: «Θά
πῶ στόν Χριστό: «Χριστέ μου, ἐλέησόν με, τό κτῆνος». Ἄν μέ ρωτήση: «Ἐσύ ἐλέ-
ησες τά κτήνη;», τί θά τοῦ ἀπαντήσω;».
῞Οταν ὁ Γέροντας ἔκανε τήν θεραπεία στήν Κόνιτσα, ἡ Χρυσάνθη, ἕνα κορι-
τσάκι πού βοηθοῦσε τήν κυρία Πατέρα, ἀρρώστησε ἀπό καρκίνο στά ἔντερα. Ὁ
Γέροντας συμπονοῦσε, τήν σταύρωνε καί προσευχόταν. Παρακαλοῦσε: «Χριστέ
μου, δῶσε σέ μένα τόν καρκίνο, ἐγώ νά τόν ἔχω». Καί ὁ καλός Θεός δέν παρέ-
βλεψε τό αἴτημά του. Στό τέλος κατά τήν ἐπιθυμία του ἔλαβε τήν πολυώδυνη
νόσο τοῦ καρκίνου, μέ τήν ὁποία τελειώθηκε, ἄν καί σέ ὅλη του τήν ζωή συνέ-
πασχε μέ τούς ἀσθενεῖς καί ἰδιαίτερα μέ τούς καρκινοπαθεῖς.

Ἔλεγε: «῞Οταν ἀκούω τόν πόνο τοῦ ἄλλου, σέ σπασμένα γυαλιά νά κάθωμαι
καί σέ ἀγκάθια νά πατάω δέν τό καταλαβαίνω. ῞Οταν ὁ ἄλλος πάσχη πραγμα-
τικά, μπορῶ ἀκόμη καί νά πεθάνω γιά νά τόν βοηθήσω».
Νέος τοῦ διηγεῖτο τά βάσανά του καί ἔκλαιγε, μαζί του ἔκλαιγε καί ὁ Γέρον-
τας. «Σταμάτα, παιδί μου», τοῦ εἶπε, «γιατί θά μᾶς δεῖ κανείς νά κλαῖμε καί θά
μᾶς περάσει γιά τρελλούς».
Συμμετέχοντας στόν πόνο τῶν ἀνθρώπων ξεχνοῦσε τόν ἑαυτό του, τήν προ-
κοπή του, τίς δικές του ἀσθένειες καί ἔκανε καρδιακή προσευχή. «Χριστέ μου»,
ἔλεγε, «ἄσε με ἐμένα, μή μέ ὑπολογίζης. Κοίταξε τούς ἀνθρώπους πού βασα-
νίζονται».
Οἱ δακρύρροες καί ἔμπονες προσευχές του συνωδεύονταν ἀπό νηστεῖες καί
ἄμετρο κόπο. ῞Οταν ἔμαθε ὅτι κάποιος νέος διατρέχει σωματικό καί ψυχικό κίν-
δυνο, γιά μέρες δέν ἔβαλε τίποτε στό στόμα του, οὔτε καί ἔπαυσε προσευχόμε-
νος, ὥσπου ἔμαθε ὅτι διέφυγε τόν κίνδυνο.
Σέ ὅλη του τήν ζωή νήστευε, κοπίαζε καί προσευχόταν γιά τόν λαό τοῦ Θε-
οῦ, κινούμενος ἀπό τήν μεγάλη του ἀγάπη. Αὐτή ἦταν ἡ κινητήρια δύναμη. Οἱ
ἀγῶνες καί οἱ προσευχές του εὐωδίαζαν ἀπό τό ἄρωμα τῆς ἀγάπης.
Γιά νά φθάση ὁ Γέροντας σέ μέτρα τελειότητος, στήν ἀληθινή ἀγάπη, δέν
ὑπολόγισε τόν ἑαυτό του. Μίσησε τήν φιλαυτία, καί στήν θέση της ἔβαλε τήν
ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Μαρτυρεῖ Ἁγιορείτης: «Τό ἰδιαίτερο πού
εἶχε ὁ γερο-Παΐσιος ἦταν ὅτι δέν ὑπολόγιζε τόν ἑαυτό του. Τοῦ εἶπα κάποτε:
«Πάτερ, οἰκονόμησε λίγο τόν ἑαυτό σου», καί μοῦ ἀπάντησε: «῞Οταν ἔρχωνται
οἱ ἄνθρωποι μέ προβλήματα, τί νά κάνω; Τόν ἑαυτό μου θά κοιτάξω;».
Ἀκόμη καί τελευταῖα μέ τήν μεγάλη ἐξάντληση ἀπό τήν συχνή αἱμορραγία,
ὅταν διέβλεπε ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη, ξεχνοῦσε τήν κατάστασή του καί εἴτε κρε-
μασμένος στόν φράχτη τῆς Καλύβης του, εἴτε πεσμένος πάνω στήν σανίδα πού
εἶχε γιά κάθισμα, «στήριζε τούς ἀδελφούς».
Γιά νά φθάση ὁ Γέροντας στήν ἀγάπη ἀγωνίσθηκε νά τηρῆ τίς ἐντολές τοῦ
Θεοῦ. «Ἄν ἀγαποῦμε τόν Θεό, φροντίζουμε νά τηροῦμε τίς ἐντολές». «Ὁ ἔχων
τάς ἐντολάς μου καί τηρῶν αὐτάς ἐκεῖνός ἐστι ὁ ἀγαπῶν με»34. Μέ αὐτόν τόν
τρόπο ἐξάγνισε τήν καρδιά του καί ἔγινε κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης.
Τήν μεγάλη καί ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη του τήν διαισθάνονταν οἱ ἄνθρωποι. ῞Ενα
παιδί μέ προβλήματα καί ψυχικά τραύματα ἦρθε νά δῆ τόν Γέροντα. Τόν συνά-
ντησε ἔξω ἀπό τό Καλύβι του στό μονοπάτι, τόν ἀγκάλιασε καί ἔκλαιγε μέ λυγ-
μούς. Ὁ Γέροντας τό παρηγόρησε καί τό βοήθησε νά τελειώση τίς σπουδές του.
῞Οταν πῆγε στρατιώτης, ἔγραφε στόν Γέροντα γράμματα ἀποκαλώντας τον:
«Μπαμπακούλη μου γλυκέ».
Γιά τίς μεταξύ μας σχέσεις ἔλεγε: «Πάντα πρέπει νά ξεκινᾶμε ὄχι ὅπως μᾶς
βολεύει ἐμᾶς, ἀλλά ὅπως ἀναπαύει τόν ἄλλον. Καί τότε ὅλοι θά ἀναπαύονται
καί θά ὑπάρχει ἀγάπη».
Μετά ἀπό ὅλα αὐτά δέν θά ἦταν ἄδικο, ἐνῶ ἔδωσε τά πάντα γιά τόν Θεό καί
τόν ἄνθρωπο, νά μήν τοῦ δίνη καί ὁ Θεός ἄφθονη τήν χάρι Του; Σάν ἀγαπητό
παιδί τοῦ Θεοῦ πού ἦταν, ὁ Θεός εἰσάκουε τίς προσευχές του καί ἀπαντοῦσε
μέ θαύματα.

Σέ ἐπιστολή του (6-4-69) γράφει: «Ὅταν ὁ ἄνθρωπος κατορθώση νά ἐλευθε-
ρωθῆ ἀπό ὅλους καί ἀπό ὅλα, τότε μπορεῖ νά νιώση τήν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θε-
οῦ, ἡ ὁποία τόν σκλαβώνει καί τόν κάνει δοῦλο τοῦ Θεοῦ».
Αὐτή τήν ἀγάπη τοῦ Γέροντα τήν αἰσθάνθηκαν καί τά θηρία τοῦ δρυμοῦ, καί
οἱ ἑτερόγλωσσοι Βεδουίνοι, καί αὐτή συγκινεῖ καί τούς σημερινούς ταλαιπωρη-
μένους νέους. Στό πρόσωπό του βρίσκουν τόν στοργικό πατέρα καί τήν ἀγάπη
πού στερήθηκαν. Πολλοί ἀπό αὐτούς, ἄν καί δέν τόν εἶχαν γνωρίσει, πηγαίνουν
καί βρέχουν μέ δάκρυα τό χῶμα τοῦ τάφου του, ἐπειδή νιώθουν νά τούς περι-
πτύσσεται μέ τήν ἀρχοντική του ἀγάπη ἀπό ἐκεῖ πού βρίσκεται.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου