Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Θεραπεία δαιμονισμένης.



Ἕνα πρωινό τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 1996 στήν ἔκθεση τῆς Μονῆς στήν
Σουρωτή βρίσκονταν ἐκεῖ ἡ ὑπεύθυνη ἀδελφή, ἕνα ἀνδρόγυνο μέ τό μικρό
τους κοριτσάκι καί τόν πατέρα τους, δύο μεσόκοπες γυναῖκες καί ἕνας νεα-
ρός ἄνδρας. Ξαφνικά ἀκούστηκε μιά δυνατή κραυγή. Μιά ἀπό τίς μεσόκοπες
γυναῖκες, ἀρκετά εὔσωμη, σωριάστηκε στό πάτωμα καί ἄρχισε νά χτυπιέται
καί νά ὠρύεται ἄγρια. Κουνοῦσε τό κεφάλι γρήγορα πέρα-δῶθε. Τό θέαμα
ἦταν πολύ ἄσχημο. Ἡ γυναίκα μέ τό παιδάκι βγῆκαν ἔξω, ἐνῶ οἱ ἄλλοι πλη-
σίασαν νά τήν βοηθήσουν. Ἡ γυναίκα μούγκριζε, ἀγκομαχοῦσε καί ἔλεγε
μέ μιά ἄγρια, ἀπειλητική, ἀνδρική φωνή: «Θά σᾶς κανονίσω ρέ ἐγώ πού δέν
πιστεύετε, θά σᾶς δείξω ἐγώ... νά, τώρα ἀκόμα λίγο καί θά σᾶς βάλω ὅλους
στό χέρι μέ τό 666... θά μέ προσκυνᾶτε ὅλοι... χαμένοι, ἠλίθιοι...» καί ἄλλες
βρισιές.
Ἔπειτα ἄρχισε νά τσιρίζη καί ἔδειχνε φοβισμένη. «Παΐσιε, μέ καῖς, μέ καῖς,
θέλεις νά μέ στείλης πίσω στά τάρταρα... Καί αὐτή ἡ χαμένη ὅλο σέ μονα-
στήρια μέ φέρνει... τί τήν βοηθᾶς; Μέ καῖς, μέ καῖς», καί στρίγγλιζε δυνατώ-
τερα. Χτυπιόταν τόσο δυνατά, πού ὑπῆρχε φόβος νά σπάση τό κεφάλι της.
Ἦταν φανερό ὅτι τήν πείραζε ὁ δαίμονας.
«Ἄ... αααά, φώναζε πάλι... Νά, ἦρθε καί ἡ Μαρία τώρα... μέ καῖς Παΐσιε»,
εἶπε μέ μιά δυνατή φωνή καί ἔμεινε ἀκίνητη σάν νά λιποθύμησε.
Πλησίασαν διστακτικά οἱ παριστάμενοι γιά νά τήν βοηθήσουν, ἐνῶ οἱ γυ-
ναῖκες φρόντιζαν νά τήν σκεπάζουν μέ τά ροῦχα της. Ἀφοῦ τήν τακτοποίησαν,
τήν σήκωσαν ἀπό τό πάτωμα. Εἶχε ἀνοίξει τά μάτια της καί ἔκλαιγε ἤρεμα
καί βουβά. Μιά εὐχαριστία ξεχύθηκε ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς της.
«Σ᾿ εὐχαριστῶ, Γέροντα... Σέ εὐχαριστῶ, Θεέ μου», ἔλεγε καί ξανάλεγε μέ
πολλή εὐγνωμοσύνη. Σηκώθηκε, πῆγε μπροστά σέ μιά εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ
καί τῆς Παναγίας καί ἀναλύθηκε σέ δυνατούς λυγμούς: «Θεέ μου... Θεέ μου.
Πῶς μέ καταδέχθηκες τήν ἀνάξια... Σέ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, σέ εὐχαριστῶ,
Γέροντα... Δέν ἄξιζα, Θεέ μου, τέτοια βοήθεια».
Ἡ ὅλη σκηνή ἦταν πολύ συγκινητική. Ὕστερα χαιρέτησαν μέ εὐγνωμοσύ-
νη τήν ἀδελφή καί ἔφυγαν.
Ἡ γυναίκα αὐτή εἶχε δαιμόνιο. Φεύγοντας ἀνέφερε ὅτι τό προηγούμενο
βράδυ εἶδε στόν ὕπνο της τόν γέροντα Παΐσιο πού τῆς εἶπε: «Ἔλα στόν τάφο
μου καί θά σέ κάνω καλά». Ἦρθε στό Μοναστήρι, ρώτησε ποῦ εἶναι ὁ τάφος
τοῦ Γέροντα, προσκύνησε τόν τάφο καί ὕστερα ἦρθαν στήν ἔκθεση, ὅπου συ-
νέβησαν τά παραπάνω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου