Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Ἐργόχειρο κί ἐλεημοσύνες.



Τό ἐργόχειρο τοῦ Γέροντα ἦταν ἡ ξυλογλυπτική. Ἀνέφερε ὁ ἴδιος: «Ἔκανα
σέ ξύλο εἰκόνες σκαλιστές τόν προφήτη Μωυσῆ νά παίρνη τόν Δεκάλογο. Τά
ξύλα τά ἔκοβα μόνος μου. Πολλές φορές καί τή νύχτα ἄνοιγα λίγο τήν πόρτα
τοῦ Κελλιοῦ καί στό φῶς τοῦ φεγγαριοῦ ἔλεγα τήν εὐχή καί γυαλοχάρτιζα καί
προετοίμαζα τά ξύλα. Γιά ἐργαλεῖα εἶχα μόνο δυό μαχαιράκια ἀπό ἕνα ψαλίδι
Singer, πού τό ἔφερα ἀπό τήν Ἑλλάδα˙ τό διέλυσα στά δύο, τό ἀκόνισα καί τό
ἔβαψα μέ λαδομπογιά πράσινη, γιά νά μήν ἀντανακλᾶ τίς ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου
καί θαμπώνει τά μάτια μου.
»Τά ἐργόχειρα τά ἔδινα στό Μοναστήρι καί τά πωλοῦσαν˙ γίνονταν ἀνάρπα-
στα ἀπό τούς προσκυνητές. Τά χρήματα πού ἔπαιρνα τά ἔδινα σέ γνωστούς τα-
ξιτζῆδες ἀπό τό Κάιρο. Τούς ἔλεγα νά ψωνίζουν ροῦχα, καπελλάκια, μπισκότα,
τρόφιμα κ.ἄ. Μετά γέμιζα τό σακκίδιο μέ εὐλογίες καί ρωτοῦσα ποῦ ὑπάρχουν
καταυλισμοί Βεδουίνων. Πήγαινα στίς σκηνές τους, φώναζα πιό ἔξω τά μικρά
παιδιά καί μοίραζα τίς εὐλογίες.
Ἀπό τήν πολλή του ἀγάπη πρός τά πλάσματα τοῦ Θεοῦ ὁ Γέροντας ἄφησε
τόν ἑαυτό του στήν ἄκρη, κουραζόταν γιά νά τούς βοηθᾶ, καί δέν πῆγε νά προ-
σκυνήση στά Ἱεροσόλυμα, πού τόσο ἐπιθυμοῦσε, γιά νά μή στερηθοῦν τά Βεδου-
ϊνάκια τίς εὐλογίες του. Καί αὐτά καταλάβαιναν τήν μεγάλη του ἀγάπη, πού
δέν εἶχε σκοπιμότητα καί ἰδιοτέλεια, καί τόν ὑπεραγαποῦσαν. Γινόταν σωστό
πανηγύρι ἀπό τήν χαρά πού ἔκαναν κάθε φορά πού τούς ἐπισκεπτόταν ὁ ἀγα-
πημένος τους «Ἀμπούνα Παΐζι». (Στά Βεδουίνικα: πατήρ Παΐσιος).
Ἀλλά καί ὅταν τά Βεδουινάκια πήγαιναν στό ἀσκητήριό του μέ σκασμένα τά
πόδια, ἐπειδή περπατοῦσαν ξυπόλυτα, τούς ἔβαζε κερί στά σχισίματα καί τούς
ἔδινε καί ἀπό ἕνα ζευγάρι σανδάλια. Σέ ἄλλα μοίραζε καπελλάκια, γιά νά μή
τά ζαλίζη ὁ ἥλιος, καί ὅ,τι ἄλλο εἶχε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου