Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Μακαρία ἐρημική ζωή.



Ὁ Γέροντας ζήτησε εὐλογία νά μείνη μόνος στήν ἔρημο. Ἐγκαταστάθη-
κε στό ἀσκητήριο τῶν ἁγίων Γαλακτίωνος καί Ἐπιστήμης, πού ἀπο-
τελεῖται ἀπό τό Ἐκκλησάκι καί ἕνα πολύ μικρό συνεχόμενο Κελλάκι.
Βρίσκεται σέ ὡραία θέση σέ ὕψωμα, ἀπέναντι ἀκριβῶς ἀπό τήν ἁγία Κορυφή,
καί ἀπέχει λιγώτερο ἀπό μία ὥρα ἀπό τό Μοναστήρι.
Διακόσια μέτρα πιό πάνω βρίσκεται ἡ σπηλιά τοῦ ἁγίου Γαλακτίωνος καί λί-
γο πιό πίσω εἶναι ἡ Σκήτη πού ἔμενε ἡ ἁγία Ἐπιστήμη μέ τίς ἄλλες ἀσκήτριες.
Ἅγια μέρη, εὐλογημένα. Παρ᾿ ὅλη τήν αὐχμηρότητά τους, ἐμπνέουν αὐτά τά
βράχια. Ἐκεῖ ψηλά λοιπόν, σάν ἀετός, ἔστησε ὁ Γέροντας τήν φωλιά του, ἔκανε
μᾶλλον τήν πολεμίστρα του ὁ ἀετός τοῦ πνεύματος.
Πολύ κοντά, «ὡσεί λίθου βολήν», στό ἀσκητήριο εἶχε μιά μικρή πηγούλα.
Μάζευε τό 24ωρο δυό-τρία κιλά νερό. Ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Πήγαινα μέ ἕνα τε-
νεκάκι νά πάρω νερό, γιά νά κάνω τσάι ἤ νά βρέξω λίγο τό μέτωπο, λέγοντας
τούς χαιρετισμούς μέ εὐγνωμοσύνη καί τά μάτια μου πλημμύριζαν ἀπό δάκρυα.
«Θεέ μου,» ἔλεγα, «λίγο νερό νά πίνω˙ δέν θέλω τίποτε ἄλλο». Τόσο πολύτιμο
ἦταν αὐτό τό λιγοστό νεράκι γι᾿ αὐτόν πού ἤθελε νά ζήση ἐκεῖ στήν ἔρημο. Ἀλ-
λά καί αὐτό ὁ Γέροντας τό μοιραζόταν μέ τά ἄγρια ζῶα καί τά διψασμένα που-
λιά τῆς ἐρήμου.
– Γέροντα, πῶς ζούσατε στό Σινᾶ; τόν ρώτησε κάποιος.
Ἀπάντησε: «Ἡ τροφή μου ἦταν τσάι μέ παξιμάδι πού τό ἔκανα μόνος μου.
Ἔκανα πέτουρα (λεπτά φύλλα ζύμης) καί τά ξέραινα στόν ἥλιο. Γίνονταν τόσο
σκληρά, πού ἔσπαζαν σάν τζάμι. Καμμιά φορά ἔβραζα καί ρύζι στουμπισμένο
μέσα σέ ἕνα κονσερβοκούτι. Αὐτό ἦταν καί μπρίκι καί κατσαρόλα καί πιάτο καί
ποτήρι. Αὐτό τό κονσερβοκούτι καί ἕνα κουτάλι λίγο πιό μικρό ἀπό τῆς σούπας
ἦταν ὅλο τό νοικοκυριό μου.
»Ἀκόμη, εἶχα μιά φανέλλα, πού τήν φοροῦσα τή νύχτα γιά νά ἀντιμετω-
πίζω τό κρύο. Ἔπινα καί ἕνα τσάι μαῦρο, γιά νά μέ βοηθᾶ στήν ἀγρυπνία,
καί ἔβαζα καί μιά κουταλιά ζάχαρη παραπάνω, πού ἀντιστοιχοῦσε μέ ἄλλη
μιά φανέλλα. (Δηλαδή οἱ θερμίδες πού τοῦ ἔδινε ἡ παραπανίσια ζάχαρη ἦταν
σάν νά φοροῦσε ἀκόμη μιά φανέλλα). Εἶχα καί μιά ἀλλαξιά χοντρά ροῦχα,
γιατί τή νύχτα ἔκανε πολύ κρύο. Δέν εἶχα οὔτε φανάρι, οὔτε φακό, παρά μό-
νο ἕναν ἀναπτήρα, γιά νά βλέπω λίγο στό σκοτάδι, ὅταν βάδιζα σέ κανένα

πέτρινο μονοπάτι μέ σκαλοπάτια. Τόν χρειαζόμουν ἐπίσης γιά νά ἀνάβω
καμμιά φορά φωτιά μέ φρύγανα, γιά νά κάνω κανένα ζεστό. Εἶχα καί λίγες
τσακμακόπετρες καί ἕνα μπουκαλάκι πετρέλαιο πολύ μικρό γιά τόν ἀναπτή-
ρα. Τίποτε ἄλλο.
»Μιά φορά φύτεψα καί μιά ρίζα ντομάτα, ἀλλά μετά μέ πείραξε ὁ λογισμός
μου καί τήν ξερρίζωσα, γιά νά μήν προκαλῶ τούς Βεδουΐνους. Μοῦ φαινόταν
ἀταίριαστο, οἱ φτωχοί Βεδουΐνοι νά μήν ἔχουν ντομάτες, καί ἐγώ πού ἤμουν
καλόγηρος νά ἔχω, ἔστω καί μιά ρίζα.
»Τήν ἡμέρα ἔλεγα τήν εὐχή καί ἔκανα ἐργόχειρο. Εὐχή καί ἐργόχειρο. Αὐτό
ἦταν τό τυπικό μου. Τή νύχτα ἔκανα μερικές ὧρες μετάνοιες, χωρίς νά τίς με-
τρῶ. Ἀκολουθία δέν διάβαζα, τήν ἔκανα μέ κομποσχοίνι.
»Γιά νά μή μέ ἐνοχλοῦν οἱ περίεργοι, ἔκανα μέ πράσινη λαδομπογιά νεκρο-
κεφαλές (σῆμα κινδύνου) στά βράχια. Μιά φορά ἕνας τουρίστας Γερμανός θέλη-
σε νά ἀνεβῆ ἐπάνω. Νόμισε ὅτι εἶναι ναρκοπέδιο, ἀλλά ἐπειδή φαίνεται ἤξερε
ἀπό τέτοια, πρόσεχε ποῦ πατοῦσε καί κατώρθωσε νά φθάση μέχρι ἐπάνω. Ἐγώ
τόν παρακολουθοῦσα ἀπό ψηλά. Τόν ἄφησα νά πλησιάση, μετά μπῆκα στήν
σπηλιά τοῦ ἁγίου Γαλακτίωνος καί τράβηξα ἕνα δεμάτι ἀγκάθια στήν εἴσοδο.
Ἔψαξε, ἀλλά δέν μπόρεσε νά μέ βρῆ καί γύρισε πίσω».
Ἁπλοποίησε πολύ τήν ζωή του καί ἐπιδόθηκε στήν ἄσκηση μέ ὅλες του τίς
δυνάμεις, χωρίς περισπασμούς. «Ἡ ἔρημος ἐρημώνει τά πάθη. Ὅταν τήν σεβα-
σθῆς καί προσαρμοσθῆς πρός τήν ἔρημο, σοῦ δίνει νά αἰσθανθῆς τήν παρηγοριά
της», ἔλεγε ἀργότερα ὁ Γέροντας μέ νοσταλγία, ἐκφράζοντας μέ λίγες λέξεις
τήν ἐμπειρία του ἀπό τήν Σιναϊτική ἔρημο.
Ἀγαποῦσε ὁ Γέροντας νά ἐπισκέπτεται τόπους, ὅπου ἔζησαν ἀσκητές. Θαύμα-
ζε τά μικρά ἀσκητικά σπήλαια. Ἀλλοῦ σωζόταν μιά μικρή στερνούλα, σέ ἄλλα
φαινόταν μαυρισμένος ὁ βράχος ἀπό τήν φωτιά πού ἄναβαν κάπου-κάπου γιά
νά μαγειρεύουν. Τόν ἐνέπνεαν καί τόν συγκινοῦσαν αὐτά τά παλαιά ἀσκητή-
ρια. Ἐπισκέφθηκε καί τό ἀσκητήριο τοῦ ἁγίου Γεωργίου τοῦ Ἀρσελαΐτου. Εἶναι
μιά πανέρημος κατάλληλη γιά ἀναχωρητές. Τήν Μεγάλη Σαρακοστή τήν πέ-
ρασε στό ἀσκητήριο τοῦ ἁγίου Στεφάνου, πού ἀναφέρει καί ἡ Κλίμακα13, κάτω
ἀπό τήν ἁγία Κορυφή, μέ μεγάλη νηστεία, σχεδόν ἀσιτία. Εἶχε ἐκεῖ μόνο ἕνα
τενεκεδάκι, γιά νά βγάζη νερό ἀπό τό πηγάδι πού ὑπῆρχε πιό κάτω, στόν προ-
φήτη Ἠλία.
Εἶχε τυπικό νά μή φοράη παπούτσια. Εἶχαν σχιστῆ οἱ φτέρνες του καί ἔτρε-
χαν αἷμα. Τά παπούτσια τά εἶχε στό ντορβά καί τά φοροῦσε μόνο ὅταν κατέβαι-
νε στό Μοναστήρι ἤ συναντοῦσε κάποιον στόν δρόμο. Γιά ὅποιον γνωρίζει τίς
συνθῆκες τῆς ἐρήμου, εἶναι πολύ ὀδυνηρό νά βαδίζη κανείς ξυπόλυτος πάνω
στά βράχια ἤ στήν ἄμμο. Τήν ἡμέρα καῖνε τόσο πολύ, πού οἱ Βεδουΐνοι βάζουν
αὐγά στήν ἄμμο καί γίνονται μελάτα, ἐνῶ τή νύχτα εἶναι τόσο κρύα τά βράχια,
σάν νά πατᾶ κανείς πάνω σέ πάγο.
Στό Μοναστήρι κατέβαινε κάθε Κυριακή ἤ κάθε δεκαπέντε ἡμέρες. Βοηθοῦ-
σε στήν ἀκολουθία καί κοινωνοῦσε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου